ΟΡΑΣΕΙΣ
1
Ερώτ. Γιατί θαύμασες τόσο πολύ την έρημο; Πες μου, σε παρακαλώ. Ρώτησα τον σοφό Ιωάννη σαν να ήταν παρών, μια νύχτα που η ψυχή μου ήταν ήρεμη. Και συ, ω περίφημη μητέρα Εκκλησία, γιατί έχεις τόσο θερμή διάθεση προς εκείνο το άγριο και ατημέλητο πρόσωπο*; Και πάλι, γιατί φώναξες στην άψυχη έρημο** τόσο γλυκά εκείνη τη βοή που έτερπε τις ανθρώπινες ακοές; Και αυτός, σαν να παρουσιάσθηκε ο ίδιος, συζήτησε μαζί μου.
* Πρέπει να είχε αρχίσει ήδη η εικονογράφηση του Προδρόμου.
** * Εννοείται ότι η έρημος δεν έχει ανθρώπινες ψυχές, είναι ακατοίκητη.
Απόκρ. Και πως μπορώ να σου μιλήσω, ω φίλε, είπε, αφού βρίσκομαι έξω από τον φθαρτό αιώνα και συ ακόμα ζει σ’ αυτόν, όσο θέλει ο Θεός;