Καθολικὸν
Εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ἀναστάσεως “Καθολικὸν” ὀνομάζεται ὁ ἱερὸς χῶρος, ὁ
ὁποῖος εὑρίσκεται ἀκριβῶς ἔναντι καὶ ἀνατολικῶς τοῦ ἱεροῦ Κουβουκλίου
καὶ ἀνήκει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Ὀρθοδόξων. Τὸ Καθολικὸν
καταλαμβάνει, ὡς ναὸς ἐν ναῷ, τὸ μεσαῖον κλίτος τοῦ ὅλου συγκροτήματος
τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως. Πρόκειται διὰ μίαν στενόμακρον μεγάλων
διαστάσεων αἴθουσαν, ἡ ὁποία στεγάζεται μὲ ἕναν ἐπιβλητικὸν τροῦλλον
ὕψους εἴκοσι ἐννέα μέτρων, στηριγμένον εἰς τέσσαρας πεσσοὺς μὲ
κορινθιακοῦ τύπου κιονόκρανα. Αἱ ἁψίδαι, οἱ θόλοι καὶ ὁ τροῦλλος εἶναι
ἀρχαιότεραι κατασκευαί, ἐνῶ αἱ πλάγιαι πλευραί, ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ
Βήματος, καθὼς καὶ τὸ μαρμάρινον τέμπλον ἀποτελοῦν νεωτέρας προσθήκας,
αἱ ὁποῖαι σχετίζονται μὲ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ Ναοῦ τὸ 1810 ἀπὸ τὸν
ἀρχιτέκτονα Κομνηνὸν τὸν Μυτιληναῖον. Ἀρχικῶς, τὸ Καθολικὸν ἀπετέλει τὸ
μεσαῖον κλίτος τῆς τρικλίτου Βασιλικῆς ρωμανικοῦ ρυθμοῦ, τὴν ὁποίαν
εἶχον κτίσει οἱ σταυροφόροι τὸ 1130, καὶ κατελάμβανε τμῆμα τοῦ
Τρικάμαρου, τὸ ὁποῖον συνέδεε ἄλλοτε τὴν Ροτόντα μὲ τὴν Κωνσταντίνειον
Βασιλικήν.