Άγιος Αυγουστίνος Ιππώνος: Ομιλία κατά Μανιχαίων, περί των χωρίων της Γραφής
ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΜΑΝΙΧΑΙΩΝ, ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ:
«Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανόν καὶ τὴν γῆν» και: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος»
Όποιος θυμάται το χρέος του και την αποστολική ρήση που λέει: «Μηδενὶ μηδὲν ὀφείλετε, εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους» (Ρωμ. 13, 8), ο ίδιος αναγκαστικά πρέπει να το αποδώσει. Πράγματι, με όσο θόρυβο και αν ο φόβος των οφειλομένων πιέζει τους οφειλέτες, πολύ σφοδρότερα το απαιτεί η αγάπη, η οποία αφαιρεί από την επεξεργασία του θέματος το βάρος του φόβου και επιβάλλει μεγαλύτερη ντροπή. Θυμάμαι να υποσχέθηκα στην αγάπη σας ότι δεν θα παραλείψω να απαντήσω στις ανόητες και ολέθριες κατηγορίες των μανιχαίων, με τις οποίες επιβουλεύονται την Παλαιά Διαθήκη, όσο καταξιωθεί ο Κύριος να χαρίσει.
Προσέχετε, λοιπόν, και βλέπετε τις οφιοειδείς παγίδες, απομακρυνθείτε από εκεί και θέσατε τους αυχένες κάτω από τον ζυγό του Χριστού. Τολμούν, μάλιστα, εκείνοι να προβάλλουν τέτοια τεχνάσματα στους αφύλακτους, ώστε να λένε ότι είναι αντίθετες μεταξύ τους η Καινή και η Παλαιά Διαθήκη, έτσι ώστε να μη είναι δυνατόν αμφότερες να διασώζουν την ενιαία πίστη. Μηχανεύονται να πείσουν ότι ακόμη και οι ίδιες οι αρχές του βιβλίου της Γενέσεως και του κατά Ιωάννην ευαγγελίου είναι αντίθετες μεταξύ τους, σαν να πράττουν κάτι αντίθετο ήδη από την αρχή.
2. Ισχυρίζονται ότι, όταν ο Μωυσής λέει: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν» (Γέν. 1, 1), δεν μνημονεύει τον Υιό, με τον οποίο έγιναν τα πάντα, ενώ ο Ιωάννης λέει: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. Πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν» (Ιω 1, 13). Αυτό ακριβώς είναι αντίθετο ή μάλλον αντιλέγουν με τον εαυτό τους αυτοί, οι οποίοι προτίμησαν αυτά που δεν καταλαβαίνουν να κατηγορήσουν, επειδή είναι τυφλοί, παρά να τα εξετάσουν με ευλάβεια.
Τι θα πουν, δηλαδή, όταν θα απαντήσω ότι αυτή ακριβώς η “αρχή” είναι ο Υιός του Θεού, εν τω οποίω λέει η Γένεση ότι ο Θεός έκανε τον ουρανό και τη γη; Άραγε δεν θα μπορέσω να το αποδείξω, εφόσον γνωρίζω ότι έχω πρόχειρες τις μαρτυρίες από την ίδια την Καινή Διαθήκη, στην οποία υποτάσσονται εκόντες, άκοντες, διότι θραύεται ο υπερήφανος αυχένας τους;
Λέει, δηλαδή, ο Κύριος στους Ιουδαίους, που δεν πίστευαν: «Εἰ ἐπιστεύετε Μωυσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί˙ ἐκεῖνος γὰρ περὶ ἐμοῦ ἔγραψε» (Ιω. 5, 46). Γιατί, λοιπόν, να μη εννοήσω τον ίδιο τον Κύριο ως “αρχή”, εν τη οποία «αρχή» ο Θεός Πατήρ έκανε τον ουρανό και τη γη; Βεβαίως, ο Μωυσής έγραψε: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν»˙ και ο ίδιος ο Κύριος με τον λόγο του επιβεβαιώνει ότι ο Μωυσής έγραψε περί του Κυρίου. Ή μήπως ακόμη και ο ίδιος ο Κύριος δεν είναι η “αρχή”; Δεν πρέπει να αμφιβάλλουμε επ’ αυτού, διότι το ευαγγέλιο λέει ότι, όταν οι Ιουδαίοι τον ρώτησαν ποιος είναι, ο ίδιος απάντησε: «Τὴν ἀρχὴν ὅ τι καὶ λαλῶ ὑμῖν» (Ιω 8, 25).
Ιδού εν ποία αρχή έκανε ο Θεός τον ουρανό και τη γη. Επομένως ο Θεός έκανε τον ουρανό και τη γη εν τω Υιώ, δια του οποίου έγιναν τα πάντα και άνευ του οποίου δεν έγινε τίποτε˙ με αποτέλεσμα, εφόσον και το ευαγγέλιο συμφωνεί με τη Γένεση, ας διαφυλάξουμε την κληρονομία, κατά την αρμονία αμφοτέρων των Διαθηκών και ας εγκαταλείψουμε στους απόκληρους αιρετικούς τις εριστικές κατηγορίες.
3. Όμως δεν πρέπει καθόλου να προκαλεί αμηχανία στη φρόνηση σας το ότι, ενώ ο ευαγγελιστής Ιωάννης δεν είπε: “Πάντα ἐν αὐτῷ ἐγένετο”, αλλά: «Πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο», δεν διαβάζουμε στη Γένεση: “ Διὰ τῆς ἀρχῆς ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ”, αλλά: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Λέει, δηλαδή, ο απόστολος: «Ἵνα ἐνδείξηται ἡμῖν τὸ μυστήριον τοῦ θελήματος αὐτοῦ κατὰ τὴν εὐδοκίαν αὐτοῦ, ἣν προέθετο ἐν αὐτῷ εἰς οἰκονομίαν τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς, τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐν αὐτῷ» (Εφ. 1, 9-10).
Επομένως, όπως εδώ ακούς αυτό που λέει: «Ἐν αὐτῷ», ώστε να το εννοείς και “δι’ αὐτοῦ”, έτσι σε αυτό που λέει ο Ιωάννης: «Πάντα δι’ αὐτοῦ», θα αναγκασθείς να εννοήσεις και “ἐν αὐτῷ”. Και όπως εδώ αντιλαμβάνομαι το νόημα, με το οποίο κατανοώ ότι εν αυτώ έγιναν τα πάντα, ενώ διαβάζω: «δι’ αὐτοῦ», έτσι στη Γένεση, όταν διαβάζω ότι εν αυτώ έγινε ο ουρανός και η γη, ποιος με εμποδίζει να εννοήσω και “δι’ αὐτοῦ”;
Εκτός και αν ίσως οι μανιχαίοι μεταφέρουν από τις δύο Διαθήκες την αμφισβήτηση και την καθιστούν ανάμεσα στους μακαριώτατους μάρτυρες της Καινής Διαθήκης, τ. έ. ανάμεσα στον Παύλο και στον Ιωάννη˙ επειδή ο ένας λέει: «ἐν αὐτῷ» και ο άλλος: «δι’ αὐτοῦ». Αλλ’ εμείς, όπως δεν πιστεύουμε ότι είναι αντίθετοι μεταξύ τους ο Παύλος και ο Ιωάννης, έτσι αναγκαζόμαστε να παραδεχθούμε σχετικά με τον Μωυσή και τον Παύλο, ότι και αυτοί συμφωνούν.
4. Και επειδή, όπως αυτοί οι δύο συμφωνούν μεταξύ τους, έτσι και ο Ιωάννης συμφωνεί και με τους δύο, διότι έτσι είπε: «δι’ αὐτοῦ», ώστε να μη εμποδίζει να εννοούμε: “ἐν αὐτῷ”˙ άρα όλα τα χωρία της Γραφής δεν καθίστανται αντιμαχόμενα μεταξύ τους. Αλλ’ όπως συνήθως συμβαίνει, όταν παρατηρούμε τα σύννεφα να περνούν μέσα από το σκοτάδι της νύκτας, τότε, λόγω της αχλύος των νεφών, να θολώνεται η όραση μας έτσι, ώστε να φαίνεται ότι τα αστέρια κινούνται αντίθετα προς εμάς˙ κατά τον ίδιο τρόπο αυτοί οι αιρετικοί, επειδή δεν βρίσκουν την ηρεμία στη νεφελώδη πλάνη τους, νομίζουν ότι ερίζουν τα κείμενα της Γραφής.
5. Ίσως πουν ότι δεν είπε για τον Λόγο του Θεού: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Υπόθεσε ότι αυτό είναι: Ας εννοήσουμε ότι όχι εν αρχή, που είναι ο μόνος Υιός του Θεού, αλλά στην αρχή του χρόνου ειπώθηκε το χωρίο της Γραφής: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν»˙ όχι επειδή ήδη υπήρχε χρόνος, πριν από την ύπαρξη οιουδήποτε κτίσματος άλλωστε δεν θα μπορούσε κάποιος να πι ότι υπάρχει χρόνος συναΐδιος με τον Θεό, ο οποίος είναι ο Δημιουργός των χρόνων – αλλά διότι μαζί με τον ουρανό και τη γη άρχισε να υπάρχει ο χρόνος.
Εάν, λοιπόν, κάποιος το εκλάβει έτσι, επειδή τουλάχιστον γνωρίζει τη διαφορά του κτίσματος και του Κτίστη, ας μην πει ότι αυτό που έγινε είναι συναΐδιο με τον Θεό, ο οποίος το έκανε. Σαφώς και ο αριθμός των προσώπων θα φανεί ξεκάθαρα σε εκείνο το χωρίο, που λέει: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν ἡμετέραν» (Γέν. 1, 26) και: «Ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» (Γέν. 1, 27).
Μολονότι ακόμη και αν δεν είναι σαφές, υπό το όνομα της μονάδος, για όσους καταλαβαίνουν, εισάγεται η Τριάδα. Όσοι είναι νουνεχείς, δεν πρέπει να νομίζουν ότι γι’ αυτό η αρχή του ευαγγελίου είναι αντίθετη με την αρχή της Γενέσεως. Μόνον οι άφρονες θα μπορούσαν να έχουν αυτήν τη γνώμη. Έχουμε, δηλαδή, στη Γραφή αναρίθμητα παραδείγματα τέτοιων φράσεων. Ο ίδιος ο Κύριος λέει σε μία ομιλία του: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως, μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος τοῦ Θεοῦ ἐστι, μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ» (Ματθ. 5, 34-35).
Μήπως γι’ αυτό, επειδή εδώ δεν μνημονεύει τον εαυτό του, θα αρνηθούν ότι ο Χριστός κάθεται στον ουρανό; Παρομοίως ο απόστολος λέει: «Ὦ βάθος πλούτου σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ! Ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ! Τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου ἢ τίς σύμβουλος αὐτῷ ἐγένετο; Ἢ τίς προέδωκεν αὐτῷ καὶ ἀνταποδοθήσεται αὐτῷ; Ὅτι ἐξ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα. Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (Ρωμ. 11, 33-36).
Ακόμη και εδώ δεν μνημονεύεται ο Υιός ονομαστικά. Ο απόστολος λέει ότι ένας είναι ο Θεός και Κύριος, από τον οποίο είναι τα πάντα, δια του οποίου τα πάντα, εν τω οποίω τα πάντα. Γιατί, λοιπόν, αυτοί επέλεξαν να παρουσιάζουν τον Μωυσή αντίθετο με τον ευαγγελιστή Ιωάννη, ενώ αρνήθηκαν να θέσουν απέναντι του τον απόστολο Παύλο; Προφανώς, επειδή θέλησαν να πείσουν τους αμαθείς ανθρώπους ότι οι δύο Διαθήκες είναι αντίθετες, ώστε να χρησιμοποιούν τη μαρτυρία της μιας και να απορρίπτουν της άλλης.
Αυτό, δηλαδή, παραδέχεται η πλάνη τους˙ διότι, αν υπήρχε άλλη πλάνη, της οποίας παρομοίως η αφρονέστατη μανία επιχειρούσε να καταδείξει στους αμαθείς την ίδια την Καινή Διαθήκη ότι αντιφάσκει με τον εαυτό της, τι άλλο θα έκανε, ει μη μόνον, όπως αυτοί παρουσιάζουν ως αντίθετους τον Μωυσή και τον Ιωάννη, έτσι εκείνη η πλάνη θα παρουσίαζε τον Παύλο και τον Ιωάννη, ως εχθρούς και ερίζοντες;
Όμως, όπως η ακέραιη και αληθέστατη πίστη παραδίδει τη συμφωνία Παύλου και Ιωάννη, και σε αυτό που λέει ο μακάριος Παύλος: «ἐξ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτόν εἰσι τὰ πάντα», μας διδάσκει να εννοήσουμε όχι μόνον τον Πατέρα, αλλά και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, έτσι θεωρεί ότι υπάρχει αρμονία μεταξύ Μωυσή και Ιωάννη, σε αυτό που είπε ο Μωυσής: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν»˙ εάν ως “αρχή” εκλαμβάνει την αρχή του χρόνου και σε αυτό που λέει: «Θεός», αποδέχεται μόνον την ενότητα της Τριάδος˙ ή εάν ως “αρχή”, εν τη οποία ο Θεός έκανε τον ουρανό και τη γη, αποδέχεται ανυπερθέτως τον ίδιο τον Υιό.
Υπάρχουν πολλά άλλα, τα οποία θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες φρασεολογίας της αγίας Γραφής. Αλλά για να μη επιβαρύνουμε τη μνήμη της αγιότητος σας, ας αρκούν αυτά που μνημονεύσαμε. Προτρέπουμε σεις οι ίδιοι να αναζητήσετε τα υπόλοιπα, είτε όταν διαβάζετε τη Γραφή, να προσέχετε και μεταξύ σας να τα εξετάζετε αρμονικά και να τα διαπραγματεύεσθε.
Ειρηναίος Ι. Χατζηεφραιμίδης
Ιερού Αυγουστίνου: Ομιλίες στην Παλαιά Διαθήκη.
εκδ. Κ. & Μ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη
Άγιος Αυγουστίνος Ιππώνος: Ομιλία κατά Μανιχαίων, περί των χωρίων της Γραφής
Άγιος Αυγουστίνος Ιππώνος
Ομιλίες στην Παλαιά Διαθήκη.
Ομιλία κατά Μανιχαίων, περί των χωρίων της Γραφής.
Ομιλία εις το υπόψαλμα του 93ου Ψαλμού «Μακάριος ο άνθρωπος…βόθρος».
Μανιχαιοι είναι και οι σημερινοί ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ .
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου