ΚΑΤΗΧΗΣΗ ΔΕΚΑΤΗ
ΠΡΟΣ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΕΠΡΟΚΕΙΤΟ ΝΑ ΒΑΠΤΙΣΘΟΥΝ
Επίσης για τις γυναίκες εκείνες που στολίζονται με πλεξούδες και χρυσά κοσμήματα και για εκείνους που χρησιμοποιούν μαντείες ή φυλαχτά ή ξόρκια, πράγματα που όλα είναι ξένα προς το Χριστιανισμό.
1. Ήρθα τώρα για να σας ζητήσω πρώτα τους καρπούς εκείνων που είπα προς την αγάπη σας προηγουμένως. Γιατί δεν τα λέω γι’ αυτό, για να τα ακούσετε μόνο, αλλά και για να έχετε στη μνήμη σας τα λεγόμενα και να μου το δείχνετε αυτό με τα έργα σας ή καλύτερα όχι σε μένα, αλλά στον Θεό που γνωρίζει τα απόρρητα της σκέψης. Γι’ αυτό και λέγεται κατήχηση, ώστε και όταν εγώ είμαι απών, ο λόγος μου να ηχεί στον νου σας.
Και μην απορήσετε που ήρθα μετά το πέρασμα των δέκα μόνο ημερών να ζητήσω τους καρπούς των σπόρων· γιατί είναι δυνατό σε μια ημέρα συγχρόνως και να σπείρει κανείς και να θερίσει· γιατί καλούμαστε στους αγώνες όχι μόνο με τη δύναμη μας, αλλ’ ενισχυόμενοι και από τη δύναμη του Θεού. Όσοι λοιπόν δέχθηκαν τα λεγόμενα και τα πραγματοποίησαν, ας προχωρήσουν προς τα εμπρός όσο μπορούν περισσότερο, ενώ όσοι δεν άρχισαν ακόμη την καλή αυτή εργασία, ας αρχίσουν από τη στιγμή αυτή, για να αποφύγουν την καταδίκη από τη αδιαφορία με την προθυμία τους στη συνέχεια.
Γιατί είναι δυνατόν και εκείνος που έδειξε μεγάλη αδιαφορία, δείχνοντας στη συνέχεια μεγάλη προθυμία, να επανορθώσει όλη τη ζημιά από τον περασμένο χρόνο. Γι’ αυτό, λέει, «σήμερα, ακούσετε τα λόγια μου και μη σκληρύνετε τις καρδιές σας, όπως τότε που με παραπίκραναν οι προγονοί σας» (Ψαλμ. 94, 8). Αυτό το λέει προτρέποντας μας και συμβουλεύοντας μας να μη απελπιζόμαστε ποτέ, αλλά όσο ακόμη βρισκόμαστε εδώ να έχουμε καλές ελπίδες και να προχωρούμε προς τα εμπρός, επιδιώκοντας το βραβείο της κλήσεως του Θεού προς τον ουρανό.
2. Αυτό λοιπόν ας κάνουμε και ας εξετάσουμε τα ονόματα αυτής της μεγάλης δωρεάς. Γιατί, όπως ακριβώς η σκέψη για το μέγεθος ενός αξιώματος κάνει ραθυμότερους εκείνους που τιμώνται, έτσι όταν το γνωρίσουν τους κάνει ευγνώμονες και προθυμότερους. Εξ άλλου θα ήταν αισχρό και άξιο για γέλια, ενώ απολαμβάνετε τόση τιμή εκ μέρους του Θεού, να μη γνωρίζετε ούτε τα ονόματα αυτής, τι δηλαδή σημαίνουν αυτά.
Και γιατί λέω για τη δωρεά αυτή; Γιατί, αν κατανοήσεις το κοινό όνομα του γένους μας, θα λάβεις μέγιστη διδασκαλία και παρότρυνση για την αρετή. Γιατί το όνομα αυτό ‘άνθρωπος’, δεν το ορίζουμε όπως οι μη Χριστιανοί συγγραφείς, αλλ’ όπως πρόσταξε η θεία Γραφή. Άνθρωπος δηλαδή είναι όχι εκείνος που έχει απλώς χέρια και πόδια ανθρώπου, ούτε όποιος είναι μόνο λογικός, αλλ’ όποιος ασκεί την αρετή με ευσέβεια και παρρησία.
Άκουσε λοιπόν τι λέει για τον Ιώβ· γιατί αφού είπε, «ζούσε στην Αυσίτιδα χώρα κάποιος άνθρωπος», δεν περιγράφει αυτόν από τα ίδια τα γνωρίσματα που περιγράφουν αυτόν οι μη Χριστιανοί συγγραφείς, ούτε λέει αυτό, ότι είχε δυο πόδια και νύχια πλατιά, αλλά συγκεντρώνοντας τα γνωρίσματα της ευσέβειας εκείνης έλεγε, «που ήταν δίκαιος, αληθινός, θεοσεβής, απέχοντας από κάθε κακό πράγμα» (Ιώβ 1, 1), δείχνοντας ότι αυτό είναι άνθρωπος. Όπως ακριβώς βέβαια και άλλος λέει· «να φοβάσαι τον Θεό και να φυλάσσεις τις εντολές του, γιατί αυτός είναι προορισμός του κάθε ανθρώπου» (Εκκλ. 12, 13).
Και αν το όνομα ‘άνθρωπος’ παρέχει τόση παρότρυνση προς την αρετή, πολύ περισσότερο το όνομα ‘πιστός’. Γιατί πιστός γι’ αυτό ονομάζεσαι, επειδή πιστεύεις στον Θεό και πιστεύεις ότι θα λάβεις απ’ αυτόν δικαιοσύνη, αγιοσύνη, καθαρότητα ψυχής, υιοθεσία και βασιλεία των ουρανών· σου εμπιστεύθηκε ο Θεός και σου έδωσε αυτά σαν παρακαταθήκη· συ πάλι εμπιστεύθηκες σ’ αυτόν άλλα και του τα έδωσες για παρακαταθήκη, όπως ελεημοσύνη, προσευχές, σωφροσύνη, και όλη την άλλη αρετή.
Και τι λέω ελεημοσύνη; Ακόμη και ένα ποτήρι κρύο νερό να του δώσεις, ούτε αυτό θα το χάσεις, αλλά και αυτό το φυλάσσει προσεκτικά για εκείνη την ημέρα και θα σου το αποδώσει πολύ πιο πλουσιοπάροχα· γιατί το αξιοθαύμαστο αυτό είναι, ότι δηλαδή δεν φυλάσσει μόνο τις παρακαταθήκες, αλλά και αυξάνει κατά πολύ αυτές με τις ανταποδόσεις του.
3. Αυτό πρόσταξε να κάνεις και συ, ανάλογα με τις δυνάμεις σου, για τα όσα σου εμπιστεύθηκε ν’ αυξήσεις την αγιοσύνη που έλαβες, να κάνεις λαμπρότερη τη δικαίωση που έλαβες από το βάπτισμα και φαιδρότερο το χάρισμα, πράγμα βέβαια που έκανε και ο Παύλος, αυξάνοντας όλα εκείνα τα αγαθά που έλαβε με τους κόπους του στη συνέχεια, με την προσπάθεια του και με την προθυμία του. Και πρόσεχε Θεού κηδεμονία· ούτε σε σένα έδωσε το παν εδώ, ούτε σου τα στέρησε όλα, αλλά άλλα σου τα έδωσε και άλλα υποσχέθηκε να σου τα δώσει.
Και για ποιο λόγο δεν σου τα έδωσε όλα εδώ; Για να δείξεις και συ την πίστη σου προς αυτόν, πιστεύοντας σ’ εκείνα που δεν σου δόθηκαν ακόμη μόνο από την υπόσχεση του. Και για ποιο λόγο πάλι δεν τα αποταμίευσε όλα εκεί, αλλά σου έδωσε και τη χάρη του Πνεύματος, και δικαίωση και αγιασμό; Για να σε ανακουφίσει από τους κόπους και να σε κάνει αισιόδοξο και από εκείνα που σου δόθηκαν και από αυτά που πρόκειται να σου δοθούν.
Γι’ αυτό και θα ονομάζεσαι νεοφώτιστος γιατί, αν θέλεις, θα είναι πάντοτε νέο το φως σου και δε θα σβήνει ποτέ. Γιατί αυτό το φως, είτε το θέλουμε, είτε δεν το θέλουμε, το διαδέχεται η νύχτα, ενώ εκείνη η ακτίνα δεν γνωρίζει σκοτάδι γιατί λέει, «το φως φωτίζει στο σκοτάδι και το σκοτάδι δεν νίκησε το φως» (Ιω. 1, 5).
4. Δεν είναι λοιπόν τόσο λαμπρός ο κόσμος όταν ανατείλει το φως του ηλίου, όσο ακτινοβολεί η ψυχή και γίνεται λαμπρότερη όταν δεχθεί τη χάρη του Πνεύματος. Και μάθε ακριβέστερα τη φύση των πραγμάτων. Κατά τη διάρκεια δηλαδή της νύχτας και ενώ επικρατεί σκοτάδι πολλές φορές βλέποντας κανείς σχοινί, νόμισε ότι είναι φίδι, και βλέποντας φίλο να τον πλησιάζει, έφυγε, νομίζοντας τον εχθρό, και ακούγοντας θόρυβο, κυριεύθηκε από μεγάλο φόβο, ενώ όταν ξημερώσει, τίποτε απ’ αυτά δεν συμβαίνει, αλλ’ όλα φαίνονται τέτοια που είναι, πράγμα που συμβαίνει και στην ψυχή μας.
Όταν δηλαδή έρθει η χάρη και απομακρύνει το σκοτάδι της διάνοιας μας, μαθαίνουμε τότε την ακρίβεια των πραγμάτων και περιφρονούμε εκείνα που προηγουμένως μας φαίνονταν φοβερά. Γιατί ούτε θάνατο πια φοβόμαστε, μαθαίνοντας με ακρίβεια από την ιερή αυτή μυσταγωγία, ότι ο θάνατος δεν είναι θάνατος, αλλά ύπνος και κοίμηση πρόσκαιρη· δεν φοβόμαστε ούτε τη φτώχεια, ούτε ασθένεια, ούτε κανένα άλλο παρόμοιο με αυτά, γνωρίζοντας ότι βαδίζουμε προς καλύτερη ζωή, αθάνατη και άφθαρτη και απαλλαγμένη από κάθε τέτοια ανωμαλία.
5. Ας μη συνεχίσουμε λοιπόν να είμαστε ακόμη προσκολλημένοι στα κοσμικά πράγματα, ούτε στην τρυφηλή τράπεζα, ούτε στα πολυτελή ενδύματα καθόσον έχεις μέγιστο ένδυμα, έχεις τράπεζα πνευματική, έχεις την ουράνια δόξα, και όλα σου γίνεται ο Χριστός, και τράπεζα, και ένδυμα, και οίκος, και κεφαλή, και ρίζα. Γιατί λέει, «όσοι βαπτισθήκατε στο όνομα του Χριστού, ντυθήκατε τον Χριστό» (Γαλ. 3, 27) να πως σου έγινε ένδυμα.
Θέλεις να μάθεις πως σου γίνεται και τράπεζα; «Εκείνος που με τρώει, λέει, «θα ζήσει εξ αιτίας μου» (Ιω. 6, 57). Το ότι σου γίνεται και οίκος, λέει, «εκείνος που τρώει τη σάρκα μου μένει μέσα μου και εγώ μένω μέσα σ’ αυτόν» (Ιω. 6, 56)· και ότι σου γίνεται ρίζα, πάλι λέει· «εγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα» (Ιω. 15, 5)· και ότι σου γίνεται αδελφός και φίλος και νυμφίος, λέει· «δεν σας ονομάζω πια δούλους γιατί σεις είστε φίλοι μου» (Ιω. 15, 15).
Και ο Παύλος πάλι «σας αρραβώνιασα με έναν άνδρα για να σας παρουσιάσω σαν παρθένο αγνή στον Χριστό» (Β΄ Κορ. 11, 2)· και πάλι «για να είναι πρωτότοκος μεταξύ πολλών αδελφών» (Ρωμ. 8, 29). Και δεν γινόμαστε μόνο αδελφοί αυτού, αλλά και παιδιά του γιατί λέει, «να εγώ και τα παιδιά που μου έδωσε ο Θεός» (Ησ. 8, 18)· και όχι αυτό μόνο, αλλά γινόμαστε και μέλη αυτού, και σώμα αυτού.
Γιατί, σαν να μη επαρκούν τα λεχθέντα να δείξουν την αγάπη και την εύνοια που δείχνει για μας, πρόσθεσε και ένα άλλο μεγαλύτερο απ’ αυτά και πλησιέστερο προς εμάς, ονομάζοντας τον εαυτό του κεφαλή.
6. Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά, αγαπητέ, άμειψε τον ευεργέτη σου με άριστο τρόπο ζωής και αφού σκεφθείς το μέγεθος της θυσίας, καλλώπισε τα μέλη του σώματος σου. Σκέψου τι δέχεσαι στο χέρι σου και μη ανεχθείς ποτέ να χτυπήσεις κάποιον, ούτε να καταντροπιάσεις αυτό, που τιμήθηκε με τόσο μεγάλο δώρο, με την αμαρτία του πλήγματος. Σκέψου τι δέχεσαι στο χέρι σου και διαφύλαξε αυτό καθαρό από κάθε πλεονεξία και αρπαγή. Σκέψου, ότι δεν το δέχεσαι μόνο με το χέρι, αλλά το βάζεις και στο στόμα και φύλαγε καθαρή τη γλώσσα από αισχρά και υβριστικά λόγια, από βλασφημίες, επιορκίες και όλα τα άλλα τα παρόμοια.
Γιατί είναι ολέθριο τη γλώσσα που υπηρετεί σε μυστήρια τόσο φρικιαστικά και που βάφτηκε με τέτοιο αίμα και έγινε χρυσή μάχαιρα να την χρησιμοποιείς σε κακολογίες και ύβρεις και βωμολοχίες. Σεβάσου την τιμή με την οποία τίμησε αυτήν ο Θεός και μη την κατεβάσεις στην ευτέλεια της αμαρτίας, αλλά, θυμούμενος πάλι, ότι μαζί με το χέρι και τη γλώσσα δέχεται η καρδιά το φρικτό εκείνο μυστήριο, μη σχεδιάσεις ποτέ δόλο κατά του πλησίον σου, αλλά διαφύλαττε τη διάνοια σου καθαρή από κάθε κακουργία· έτσι θα μπορέσεις να διασφαλίσεις και τα μάτια σου και τα αυτιά σου.
Γιατί, πως δεν είναι παράλογο, μετά τη μυστική εκείνη φωνή, την κατερχόμενη από τους ουρανούς, εννοώ από τα χερουβίμ, να μολύνεις την ακοή σου με πορνικά άσματα και διακεχυμένες μελωδίες; Και πως δεν είναι άξιο της χειρότερης τιμωρίας, τα μάτια με τα οποία βλέπεις τα απόρρητα και φρικτά μυστήρια, με αυτά να βλέπεις πόρνες και να διαπράττεις μοιχεία μέσα στη διάνοια σου;
7. Σε γάμο προσκλήθηκες, αγαπητέ· μη μπεις ντυμένος με λερωμένα ενδύματα, αλλά φόρεσε στολή κατάλληλη για το γάμο. Γιατί, αν καλούμενοι οι άνθρωποι σε κοσμικούς γάμους, κι αν ακόμη είναι οι πιο φτωχοί από όλους, δανειζόμενοι πολλές φορές ή αγοράζοντας ένδυμα καθαρό, έτσι πηγαίνουν προς εκείνους που τους κάλεσαν, συ, που προσκλήθηκες σε γάμο πνευματικό και δείπνα βασιλικά, σκέψου τι είδους ένδυμα πρέπει ν’ αγοράσεις ή καλύτερα δεν χρειάζεται ούτε να το αγοράσεις, αλλ’ ο ίδιος αυτός που σε κάλεσε σου το δίνει δωρεάν, για να μη μπορείς να προβάλεις για δικαιολογία ούτε τη φτώχεια.
Φύλαγε λοιπόν το ένδυμα που έλαβες· γιατί πουθενά δεν πουλιέται τέτοιο ένδυμα. Άκουσες πως αναστέναξαν οι παλαιοί βαπτισμένοι και χτύπησαν το στήθος τους, επειδή τους έλεγχε η συνείδηση τους; Πρόσεχε λοιπόν, αγαπητέ, μήπως κάποτε πάθεις και συ αυτό· και πως είναι δυνατό να μη το πάθεις, τη στιγμή που δεν αποβάλλεις τη πονηρή συνήθεια των κακών;
Γι’ αυτό και προηγουμένως είπα και τώρα λέω και δεν θα παύσω να το λέω, αν κάποιος δεν διόρθωσε τα ελαττώματα του και ούτε προετοίμασε τον εαυτό του εύκολο στην άσκηση της αρετής, ας μη βαπτισθεί. Γιατί τα προηγούμενα αμαρτήματα μπορεί να τα συγχωρήσει το βάπτισμα, υπάρχει όμως φόβος όχι μικρός και κίνδυνος όχι τυχαίος, μήπως επιστρέψουμε πάλι στα ίδια και μας γίνει το φάρμακο πληγή. Γιατί, όσο μεγαλύτερη είναι η χάρη, τόσο μεγαλύτερη είναι η τιμωρία για εκείνους που αμαρτάνουν στη συνέχεια.
8. Για να μη επιστρέψουμε λοιπόν στον προηγούμενο εμετό μας, ας διορθώσουμε τον εαυτό μας από τώρα ήδη. Γιατί, το ότι πρέπει πρώτα να μετανοήσουμε και ν’ απομακρυνθούμε από τα προηγούμενα κακά και έτσι να προσερχόμαστε στη χάρη, άκουσε τι λέει ο Ιωάννης και τι ο κορυφαίος των αποστόλων προς εκείνους που πρόκειται να βαπτισθούν· γιατί ο Ιωάννης λέει, «κάνετε λοιπόν καρπούς άξιους της μετανοίας και μην αρχίσετε να λέγετε μέσα σας, έχουμε πατέρα τον Αβραάμ» (Λουκά 3, 8), ενώ ο Πέτρος σ’ εκείνους που τον ρωτούσαν έλεγε «μετανοήστε και βαπτισθείτε ο καθένας σας στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού» (Πράξ. 2, 38).
Εκείνος όμως που μετανοεί δεν πλησιάζει και τα πράγματα εκείνα για τα οποία μετανόησε γι’ αυτό και προτρεπόμαστε να λέμε, «σ’ απαρνιέμαι, σατανά» [ἀποτάσσομαί σοι, σατανᾶ], για να μη επιστρέψουμε ποτέ πια σ’ αυτόν.
Εκείνο δηλαδή που γίνεται με τους ζωγράφους, αυτό και τώρα ας γίνει· γιατί εκείνοι, αφού τοποθετήσουν μπροστά τους τις σανίδες και τραβήξουν επάνω σ’ αυτές λευκές γραμμές, ζωγραφίζουν τις βασιλικές εικόνες, και πριν θέσουν τα πραγματικά χρώματα με κάθε ελευθερία άλλα σβήνουν, άλλα τα αντικαθιστούν με άλλα, διορθώνουν τα λανθασμένα, και αλλάζουν όσα είναι κακοσχεδιασμένα, όταν όμως τοποθετήσουν τα τελευταία χρώματα, δεν μπορούν τότε να σβήσουν και να αντικαταστήσουν άλλα με άλλα, γιατί καταστρέφουν την ωραιότητα της εικόνας και θεωρείται έγκλημα το πράγμα αυτό. Αυτό λοιπόν κάνε και συ· θεώρησε ότι η ψυχή σου είναι εικόνα.
Προτού λοιπόν τοποθετηθεί η αληθινή βαφή του Πνεύματος, εξάλειψε τις κακές συνήθειες που δημιουργήθηκαν μέσα σου· είτε δηλαδή συνήθισες να ορκίζεσαι, είτε να ψεύδεσαι, είτε να βρίζεις, είτε να λες αισχρόλογα, είτε να κάνεις τον γελωτοποιό, είτε κάτι άλλο παρόμοιο από αυτά που δεν θεωρούνται σωστά, ξερίζωσε τη συνήθεια αυτή, για να μη επιστρέψεις μετά το βάπτισμα πάλι σ’ αυτήν.
Το βάπτισμα εξαλείφει τα αμαρτήματα, συ διόρθωσε τη συνήθεια, ώστε, αφού προστεθούν τα χρώματα και λάμψει η βασιλική εικόνα, ποτέ στο εξής να μη εξαλείψεις κάτι απ’ αυτήν και να μη προξενείς τραύματα και πληγές στο κάλλος που σου δόθηκε από τον Θεό.
9. Καταπράυνε λοιπόν την οργή, σβήσε τον θυμό· και αν σε αδικήσει κάποιος ή σε βρίσει, δάκρυσε για εκείνον· μην αγανακτήσεις συ, αλλά λυπήσου μαζί του· μην οργισθείς ούτε και να πεις, αδικήθηκα στην ψυχή· δεν υπάρχει κανένας αδικούμενος στην ψυχή, εάν εμείς δεν αδικήσουμε την ψυχή μας· και πως γίνεται αυτό θα σας το πω εγώ.
Σου αφαίρεσε κάποιος την περιουσία; Δεν σε αδίκησε στην ψυχή, αλλά σε χρήματα· αν όμως συ δείξεις μνησικακία, αδίκησες την ψυχή σου. Γιατί η αφαίρεση των χρημάτων σε τίποτε δε σε ζημίωσε, αλλά και σε ωφέλησε, αν όμως συ δεν αφήσεις την οργή, θα τιμωρηθείς εκεί για τη μνησικακία σου αυτή.
Σε κακολόγησε κάποιος και σε έβρισε; σε τίποτε δεν αδίκησε την ψυχή σου, αλλ’ ούτε και το σώμα σου· τον κακολόγησες και συ και τον έβρισες; συ αδίκησες την ψυχή σου, και θα τιμωρηθείς εκεί για τα λόγια που είπες· και αυτό θέλω περισσότερο από όλα να γνωρίζετε καλά, ότι τον Χριστιανό και τον πιστό κανένας δεν μπορεί να τον αδικήσει στην ψυχή, ούτε και ο ίδιος ο διάβολος.
Και δεν είναι μόνο αυτό το αξιοθαύμαστο, ότι ο Θεός μας έκανε ακατανίκητους σ’ όλες τις επιβουλές, αλλά και μας έκανε κατάλληλους και για την επιτέλεση της αρετής, και δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο, αν θέλουμε, είτε είμαστε φτωχοί, είτε ασθενείς σωματικά, είτε παραπεταμένοι, είτε άγνωστοι, είτε δούλοι. Γιατί ούτε η φτώχεια, ούτε η αρρώστια, ούτε η σωματική αναπηρία, ούτε η δουλεία, ούτε κάτι άλλο παρόμοιο μ’ αυτά θα μπορούσε να γίνει εμπόδιο στην άσκηση της αρετής. Και γιατί λέω, φτωχό και δούλο και άγνωστο;
Κι αν ακόμη είσαι φυλακισμένος, ούτε και αυτό σου γίνεται εμπόδιο για την άσκηση της αρετής· και πως γίνεται αυτό θα σας το πω εγώ. Σε λύπησε κάποιος από τους εντός της φυλακής και σε εξόργισε; άφησε την οργή να περάσει. Μήπως σου έγιναν γι’ αυτό εμπόδιο τα δεσμά, ή η φτώχεια ή το ότι είσαι περιφρονημένος; Και τι λέω εμπόδιο; και σε βοήθησαν μάλιστα και συνέβαλαν στο να απομακρύνεις την αλαζονεία.
10. Είδες άλλον να ευημερεί; Μη τον φθονήσεις· γιατί ούτε εδώ η φτώχεια γίνεται εμπόδιο. Πάλι, όταν πρόκειται να προσευχηθείς, κάνε το αυτό με νηφάλια και άγρυπνη διάνοια, και δεν θα υπάρξει ούτε και εδώ κανένα εμπόδιο. Δείχνε πραότητα, μεγάλη καλοσύνη, σωφροσύνη, σεμνότητα γιατί ούτε και αυτά χρειάζονται τα εξωτερικά βοηθήματα. Και αυτό προ πάντων είναι το σπουδαιότερο πράγμα της αρετής, ότι δεν έχει ανάγκη ούτε από πλούτο, ούτε από εξουσία, ούτε από δόξα, ούτε από κάποιο άλλο παρόμοιο, αλλά θέλει μόνο ψυχή αγιασμένη και τίποτε άλλο δεν επιζητεί.
Πρόσεχε ότι αυτό γίνεται και με τη χάρη, είτε δηλαδή είναι κανείς χωλός, είτε τυφλός, είτε ανάπηρος, είτε έχει προσβληθεί από τη χειρότερη αρρώστια, σε κανέναν απ’ αυτούς δεν εμποδίζεται η χάρη να έρθει γιατί θέλει μόνο ψυχή που να την δέχεται με προθυμία και όλα αυτά τα εξωτερικά τα παραβλέπει. Στην περίπτωση δηλαδή των στρατιωτών αυτού του κόσμου ζητούν εκείνοι που πρόκειται να τους κατατάξουν στο στρατό και σωματική συμμετρία και σωματική ευρωστία· και δεν πρέπει να έχει μόνο αυτά εκείνος που πρόκειται να στρατευθεί, αλλά να είναι και ελεύθερος· γιατί αν κάποιος είναι δούλος, απομακρύνεται.
Ο βασιλιάς των ουρανών όμως τίποτε τέτοιο δεν επιζητεί, αλλά δέχεται στο στρατό του και δούλους και γέρους και παράλυτους και δεν ντρέπεται· τι πιο φιλάνθρωπο θα μπορούσε να υπάρξει; τι πιο μεγαλύτερη καλοσύνη; Γιατί αυτός θέλει μόνο εκείνα που εξαρτώνται από εμάς, ενώ εκείνοι όχι εκείνα που εξαρτώνται από εμάς. Γιατί το να είναι κανείς δούλος η ελεύθερος δεν εξαρτάται από εμάς· επίσης το να είναι κανείς ψηλός η κοντός δεν εξαρτάται από εμάς, όπως και το να είναι κανείς γέρος η αρτιμελής και όσα παρόμοια· το να είναι όμως κανείς επιεικής η καλός και τα παραπλήσια με αυτά, εξαρτάται από εμάς.
Και αυτά μόνο ζητάει ο Θεός από εμάς, αυτά που εξαρτώνται από εμάς· και πολύ σωστά γιατί δεν μας καλεί στη χάρη του για δική του ανάγκη, αλλά για να μας ευεργετήσει, ενώ οι επίγειοι βασιλείς στρατολογούν τους στρατιώτες για να τους υπηρετήσουν· και οι βασιλείς οδηγούν σε πόλεμο αισθητό, ενώ ο Θεός σε μάχη πνευματική.
11. Όχι μόνο στους πολέμους, αλλά και στους αγώνες θα μπορούσε κανείς να δει την ίδια αναλογία γιατί εκείνοι που πρόκειται ν’ αγωνισθούν στο θέατρο εκείνο, δεν κατεβαίνουν προηγουμένως στους αγώνες, αν δεν τους πάρει ο κήρυκας και τους περιφέρει μπροστά σ’ όλους τους θεατές φωνάζοντας και λέγοντας, μήπως κανείς έχει καμιά κατηγορία εναντίον τους; Αν και βέβαια εκεί τα παλαίσματα δεν είναι της ψυχής αλλά των σωμάτων· για ποιο λόγο λοιπόν ζητάς ευθύνες ευγένειας αυτών;
Στην περίπτωση όμως των αγώνων της ψυχής δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο, αλλ’ εντελώς το αντίθετο· τα παλαίσματα δεν γίνονται με την συμπλοκή των χεριών, αλλά με την ευσέβεια της ψυχής και την αρετή της διάνοιας· και ο αγωνοθέτης επίσης κάνει το αντίθετο γιατί δεν παίρνει και περιφέρει τον αγωνιζόμενο και λέει, μήπως κανείς έχει καμιά κατηγορία εναντίον του; αλλά φωνάζει, κι αν ακόμη είναι συγκεντρωμένοι όλοι οι άνθρωποι και όλοι οι δαίμονες μαζί με τον διάβολο και τον κατηγορούν για τα πιο φοβερά και απερίγραπτα κακά, δεν τον απομακρύνω ούτε τον αποστρέφομαι, αλλ’ απαλλάσσοντας τον από τις κατηγορίες και ελευθερώνοντας τον από την κακία, τον οδηγώ έτσι στους αγώνες· και πολύ σωστά.
Γιατί εκεί ο αγωνοθέτης δεν συμβάλλει καθόλου στους αγωνιζόμενους για τη νίκη, αλλά βρίσκεται μόνο ανάμεσα τους, ενώ εδώ ο αγωνοθέτης γίνεται σύμμαχος και βοηθός των άθλων της ευσέβειας, βοηθώντας και ενισχύοντας αυτούς στη μάχη τους προς τον διάβολο.
12. Και δεν είναι αυτό μόνο το αξιοθαύμαστο, ότι μας συγχωρεί τα αμαρτήματα, αλλ’ ότι και δεν αποκαλύπτει αυτά, ούτε τα κάνει φανερά και γνωστά, ούτε και αναγκάζει να παρουσιασθούμε στη μέση και να πούμε τα πλημμελήματα μας, αλλ’ αυτό μόνο μας προτρέπει, ν’ απολογηθούμε και να εξομολογηθούμε προς αυτόν. Αν και βέβαια αν κάποιος από τους κοσμικούς δικαστές έλεγε σε κάποιον από τους συλληφθέντες ληστές ή τυμβωρύχους να πει τα εγκλήματα του και θ’ απαλλαχθεί από την τιμωρία, με όλη την προθυμία του θα δεχόταν να το κάνει αυτό, γιατί, επιθυμώντας να σωθεί, αδιαφορεί για τη ντροπή.
Εδώ όμως δεν συμβαίνει αυτό, αλλά συγχωρεί τα αμαρτήματα και δεν αναγκάζει να διαπομπεύουμε αυτά παρουσία άλλων, αλλά ένα μόνο ζητεί να μάθει, αυτός. που απολαμβάνει τη συγχώρηση, το μέγεθος της δωρεάς. Πώς λοιπόν δεν είναι παράλογο στις ευεργεσίες που αυτός μας παρέχει να αρκείται μόνο στη δική μας μαρτυρία, ενώ εμείς σ’ εκείνα που τον διακονούμε να ζητούμε άλλους μάρτυρες και να κάνουμε κάτι προς αυτόν για επίδειξη;
13. Θαυμάζοντας λοιπόν τη φιλοφροσύνη αυτού, ας επιδείξουμε αυτά που εξαρτώνται από εμάς και πριν από όλα τα άλλα ας χαλιναγωγήσουμε την ορμή της γλώσσας και ας μη μιλάμε πάντοτε γιατί λέει, «από την πολυλογία δεν θ’ αποφύγεις την αμαρτία» (Παροιμ. 10, 19). Αν λοιπόν έχεις να πεις κάτι ωφέλιμο, άνοιξε τα χείλη, αν όμως δεν είναι αναγκαίο αυτό, σιώπησε γιατί είναι προτιμότερο. Είσαι χειροτέχνης; Ψάλλε όταν κάθεσαι. Δεν θέλεις να ψάλλεις με το στόμα; Κάνε το αυτό με τον νου σου.
Σπουδαίος συνομιλητής είναι ο ψαλμός. Κανένα κακό δεν θα πάθεις απ’ αυτό, αλλά θα μπορέσεις να εργάζεσαι μέσα στο εργαστήριο σου σαν να βρίσκεσαι μέσα σε μοναστήρι γιατί την ησυχία θα μας την προσφέρουν όχι οι κατάλληλοι τόποι, αλλά ο προσεκτικός τρόπος ζωής. Ο Παύλος δηλαδή που ασκούσε την τέχνη του μέσα σε εργαστήρι, δεν βλάφθηκε καθόλου η αρετή του. Μη λοιπόν συ λες, πως θα μπορέσω, ενώ είμαι χειροτέχνης και φτωχός, να ζω με ευσέβεια; Γι’ αυτό προ πάντων θα μπορέσεις να ζεις με ευσέβεια.
Γιατί η φτώχεια είναι πιο κατάλληλη για ευσέβεια από τον πλούτο και η εργασία από την αργία, ενώ ο πλούτος γίνεται και εμπόδιο σ’ εκείνους που δεν προσέχουν. Γιατί, όταν χρειάζεται ν’ αφήσεις την οργή, να σβήσεις τον φθόνο, όταν χρειάζεται να αποβάλεις τον θυμό, να προσευχηθείς, όταν χρειάζεται να δείξεις επιείκεια και πραότητα, όταν φιλοφροσύνη και αγάπη, πως θα μπορούσε να γίνει εμπόδιο η φτώχεια; Γιατί δεν χρειάζεται να καταβάλουμε χρήματα για να τα κάνουμε αυτά, αλλά να επιδείξουμε προαίρεση καλή. Η ελεημοσύνη προ πάντων είναι εκείνη που χρειάζεται χρήματα, αλλά και αυτή με τη φτώχεια εξέλαμψε περισσότερο γιατί εκείνη που έδωσε τους δύο οβολούς ήταν η πιο φτωχή απ’ όλους τους ανθρώπους και όμως όλους τους ξεπέρασε (Λουκά 21, 2-4).
14. Ας μη νομίζουμε λοιπόν σαν κάτι το σπουδαίο τον πλούτο, ούτε να θεωρούμε τον χρυσό καλύτερο από τον πηλό γιατί η αξία της ύλης δεν εξαρτάται από τη φύση της αλλά από τη δική μας αντίληψη. Αν δηλαδή εξετάσει κανείς με προσοχή το πράγμα, θα διαπιστώσει ότι ο σίδηρος είναι πολύ πιο αναγκαίος από τον χρυσό· γιατί ο χρυσός δεν εξυπηρετεί καμιά ανάγκη στη ζωή, ενώ ο σίδηρος εξυπηρετεί πολλές ανάγκες μας, χρησιμοποιούμενος σε άπειρες τέχνες.
Και γιατί κάνω τη σύγκριση μεταξύ χρυσού και σιδήρου; Γιατί οι κοινοί λίθοι είναι πολύ πιο αναγκαίοι από τους πολυτελείς λίθους· από εκείνους δεν είναι δυνατό να υπάρξει κανένα καλό, ενώ από αυτούς κατασκευάζονται οικίες και τείχη και πόλεις. Αλλά συ δείξε μου ποιο κέρδος θα μπορούσε να υπάρξει από τα ίδια τα μαργαριτάρια, ή καλύτερα ποια βλάβη δεν προέρχεται απ’ αυτά; Πραγματικά για να φορέσεις συ έναν κόκκο, αμέτρητοι φτωχοί πεθαίνουν από την πείνα. Ποια λοιπόν απολογία θα επιτύχεις; ποια συγγνώμη;
Θέλεις να στολίσεις το πρόσωπο σου; στόλισε το όχι με μαργαριτάρια, αλλά με σωφροσύνη και σεμνότητα· έτσι θα δει το πρόσωπο σου ο άνδρας πιο όμορφο και ευχάριστο. Γιατί εκείνος ο στολισμός συνήθως οδηγεί και σε υποψία ζηλοτυπίας, καθώς και σε εχθρότητες, σε φιλονικίες και διαμάχες γιατί τίποτε δεν υπάρχει αηδέστερο από πρόσωπο που δημιουργεί υποψίες.
Αντίθετα ο στολισμός της ελεημοσύνης και της σωφροσύνης απομακρύνει κάθε πονηρή υποψία και προσελκύει τον σύζυγο ισχυρότερα από οποιοδήποτε δεσμό γιατί η φύση αυτού του κάλλους δεν κάνει τόσο όμορφο το πρόσωπο, όσο η διάθεση εκείνου που το βλέπει· και τη διάθεση συνήθως δεν την δημιουργεί τίποτε άλλο τόσο, όσο η σωφροσύνη και η σεμνότητα.
Ώστε κι αν ακόμη κάποια είναι όμορφη, εφόσον ο άνδρας αισθάνεται απέχθεια προς αυτήν, θα του φανεί η πιο άσχημη από όλες· αν πάλι κάποια τύχει να μην είναι όμορφη, αλλ’ ο άνδρας της νιώθει ευχαρίστηση προς αυτήν, θα του φανεί η πιο όμορφη από όλες· γιατί η κρίση για την ομορφιά δεν βγαίνει από τη φύση εκείνων που βλέπονται αλλά από τη διάθεση εκείνων που τα βλέπουν.
15. Στόλισε λοιπόν το πρόσωπο σου με σωφροσύνη, με σεμνότητα, με ελεημοσύνη, με φιλανθρωπία, με αγάπη, με τη φιλοφροσύνη προς τον άνδρα, με την επιείκεια, με την πραότητα, με την ανεξικακία· αυτά είναι τα χρώματα της αρετής· με αυτά θα αποσπάσεις εραστές όχι ανθρώπους, αλλά αγγέλους, με αυτά θα έχεις επαινέτη τον ίδιο τον Θεό· και όταν ο Θεός σε αποδεχθεί, οπωσδήποτε θα υποτάξει σε σένα και τον άνδρα σου. Γιατί, αν «η σοφία ανθρώπου κάνει φωτεινό το πρόσωπο» (Εκκλ. 8, 1), πολύ περισσότερο κάνει φωτεινό το πρόσωπο η αρετή μιας γυναίκας.
Αν όμως θεωρείς μεγάλο το στολισμό αυτό, πες μου, ποιο θα είναι το όφελος σου από τα μαργαριτάρια αυτά κατά την ημέρα εκείνη; Και γιατί πρέπει να λέω την ημέρα εκείνη, τη στιγμή που είναι δυνατό ν’ αποδείξω όλα αυτά και από τα παρόντα;
Όταν δηλαδή εκείνοι που θεωρήθηκαν σαν υβριστές του βασιλιά οδηγήθηκαν στο δικαστήριο και κινδύνευαν να τιμωρηθούν με την έσχατη τιμωρία, τότε οι μητέρες και οι γυναίκες τους, αφού έβγαλαν τα περιδέραια, τα χρυσά κοσμήματα και τα μαργαριτάρια, καθώς και όλα τα στολίδια και τα χρυσοΰφαντα ενδύματα, και φόρεσαν απλά και φτωχικά ενδύματα, αλείφθηκαν με στάχτη και πήγαν και κυλιόνταν μπροστά στις θύρες του δικαστηρίου, κατόρθωσαν έτσι να κάμψουν τους δικαστές.
Αν λοιπόν στα εδώ δικαστήρια τα χρυσά κοσμήματα και τα μαργαριτάρια καθώς και τα πολυποίκιλα ενδύματα αποδείχθηκαν επίβουλα και προδοτικά, ενώ αντίθετα η επιείκεια και η πραότητα, η στάχτη και τα δάκρυα καθώς και τα ευτελή ενδύματα απέσπασαν περισσότερο τη συμπάθεια του δικαστή, πολύ περισσότερο θα γίνει αυτό κατά την ώρα της αδέκαστης και φοβερής εκείνης αποφάσεως. Γιατί πες μου, ποιο λόγο θα έχεις να πεις, ποια δικαιολογία, όταν ο Κύριος θα σε κατηγορεί για τα μαργαριτάρια αυτά, οδηγώντας μπροστά σου τους φτωχούς που πέθαναν από την πείνα;
Γι’ αυτό και ο Παύλος έλεγε· «όχι με πλεξούδες στα μαλλιά ή με χρυσά κοσμήματα ή με μαργαριτάρια και πολυτελή ενδύματα» (Α΄ Τιμ. 2, 9)· γιατί από αυτά θα μπορούσε να προέλθει η βλάβη· κι’ αν ακόμη τα απολαύσουμε αυτά σ’ όλη μας τη ζωή, οπωσδήποτε όμως θα τα αποχωρισθούμε με τον θάνατο· ενώ από την αρετή πηγάζει κάθε ασφάλεια, χωρίς να συμβαίνει καμιά μεταβολή και μετάπτωση, αλλά και εδώ μας κάνει ασφαλέστερους και εκεί μετατίθεται μαζί με εμάς.
16. Θέλεις ν’ αποκτήσεις μαργαριτάρια και να μη χάσεις ποτέ τον πλούτο αυτό; Βγάλε όλα αυτά τα στολίδια και απόθεσε τα στα χέρια του Χριστού μέσω των φτωχών· εκείνος σου φυλάει όλον τον πλούτο, μέχρι που ν’ αποκτήσεις το σώμα σου με μεγάλη λαμπρότητα τότε θα σε περιβάλει με μεγαλύτερο πλούτο και καλύτερα κοσμήματα, τόσο, όσο ευτελής και καταγέλαστος είναι αυτός της παρούσας ζωής.
Σκέψου λοιπόν σε ποιους θέλεις ν’ αρέσεις και για ποιους φοράς τα κοσμήματα αυτά· για να σε δουν και να σε θαυμάσουν ο σχοινοποιός, ο χαλκουργός και ο έμπορος. Έπειτα δεν ντρέπεσαι ούτε κοκκινίζεις από ντροπή να επιδεικνύεσαι σ’ εκείνους, και εκείνους που δεν τους θεωρείς άξιους ούτε του χαιρετισμού σου, γι’ αυτούς να τα κάνεις όλα; Πώς λοιπόν θα περιφρονήσεις αυτήν την ψεύτικη εμφάνιση;
Αν θυμηθείς τα λόγια εκείνα που είπες όταν βαπτιζόσουν, «απαρνιέμαι, σατανά, εσένα και τη πομπή σου και τη λατρεία σου», [ἀποτάσσομαί σοι, σατανᾶ, καὶ τῇ πομπῇ σου καὶ τῇ λατρείᾳ σου] , γιατί η μανία για τα κοσμήματα και τα μαργαριτάρια είναι πομπή σατανική. Έλαβες χρυσό από τον Θεό όχι για να περιβάλεις με δεσμά το σώμα, αλλά για ν’ απαλλάξεις τους φτωχούς από την πείνα και να τους διαθρέψεις. Λέγε λοιπόν συνεχώς, «σε απαρνιέμαι, σατανά»· τίποτε δεν υπάρχει ασφαλέστερο από τα λόγια αυτά, αν αυτά τα κάνουμε πράξη.
17. Αυτά τα λόγια ζητώ να μάθετε σεις που πρόκειται να βαπτισθείτε γιατί τα λόγια αυτά είναι συμφωνία με τον Κύριο. Και όπως ακριβώς εμείς αγοράζοντας δούλους, ερωτάμε πρώτα αυτούς τους ίδιους τους πωλούμενους, εάν θέλουν να μας δουλέψουν, το ίδιο κάνει και ο Χριστός· επειδή πρόκειται να σε πάρει στην υπηρεσία του, σε ερωτά προηγουμένως, αν θέλεις να αφήσεις εκείνον τον σκληρό και άσπλαχνο τύραννο, και δέχεται τη συμφωνία από σένα· γιατί η εξουσία του δεν είναι αναγκαστική.
Και πρόσεχε φιλανθρωπία. Εμείς δηλαδή προτού καταβάλουμε το αντίτιμο ερωτάμε πρώτα τους πωλούμενους και όταν μάθουμε, ότι θέλουν να μας δουλέψουν, τότε καταβάλλουμε το αντίτιμο ο Χριστός όμως δεν κάνει το ίδιο. Αλλ’ ο ίδιος κατέβαλε και το αντίτιμο για όλους μας, το τίμιο αίμα του· γιατί λέει, «αγορασθήκατε αφού καταβλήθηκε αντίτιμο» (Α΄ Κορ. 7, 23)· και όμως ούτε και έτσι μας αναγκάζει αν δε θέλουμε να δουλέψουμε σ’ αυτόν, αλλά, λέει, αν δεν έχεις την ευχαρίστηση και δεν θέλεις να δεχθείς την εξουσία μου από μόνος σου και με τη θέληση σου, δεν σε αναγκάζω ούτε σε βιάζω.
Και εμείς λοιπόν δεν θα αποφασίζαμε ποτέ ν’ αγοράσουμε δούλους κακούς, αν όμως αποφασίζαμε κάποτε, θα τους αγοράζαμε με γνώμη κακή γι’ αυτούς και ανάλογο θα ήταν και το αντίτιμο· ο Χριστός όμως αγοράζοντας αχάριστους και παράνομους δούλους, κατέβαλε αντίτιμο για δούλο πρώτης τάξεως, ή καλύτερα πολύ πιο ανωτέρου και τόσο πιο ανωτέρου, ώστε να μη μπορεί ούτε λόγος ούτε έννοια να παραστήσει το μέγεθος του αντιτίμου· γιατί δεν έδωσε ουρανό και γη και θάλασσα, αλλά πρόσφερε το πιο τίμιο από όλα, το αίμα του, και μ’ αυτό μας αγόρασε· και μετά από όλα αυτά δεν ζητεί μάρτυρες ούτε έγγραφα, αλλ’ αρκείται σε απλά λόγια, και αν πεις με όλη την καρδιά σου, «σε απαρνιέμαι, σατανά, εσένα και την πομπή σου», έλαβε με τα λόγια σου αυτά το παν.
18. Αυτό λοιπόν ας λέμε, «σε απαρνιέμαι, σατανά», γιατί τα λόγια αυτά πρόκειται να μας τα ζητήσει κατά την ημέρα εκείνη, και ας τα φυλάξουμε αυτά, για να παραδώσουμε τότε σώα την παρακαταθήκη αυτή. Πομπή σατανική είναι τα θέατρα, οι ιπποδρομίες, κάθε αμαρτία, η διάκριση των ημερών, οι μαντείες και τα σύμβολα.
Και ποια, λέει, είναι τα σύμβολα; Πολλές φορές βγαίνοντας κανείς από το σπίτι του, είδε άνθρωπο μονόφθαλμο ή χωλό και το θεώρησε κακό σημάδι· αυτό είναι πομπή σατανική· γιατί δεν κάνει κακή την ημέρα η συνάντηση του ανθρώπου, αλλά το να ζει κανείς μέσα στις αμαρτίες. Όταν λοιπόν βγεις από το σπίτι, από ένα μόνο προφυλάξου, να μη σε συναντήσει αμαρτία· γιατί αυτή είναι εκείνη που μας ρίχνει κάτω, ενώ χωρίς αυτήν ούτε ο διάβολος θα μπορέσει να μας βλάψει.
Τι λες; άνθρωπο βλέπεις και το θεωρείς κακό σημάδι, και δεν βλέπεις τη διαβολική παγίδα, πως σε βάζει σε πόλεμο με κάποιον που δεν σε αδίκησε σε τίποτε; πως σε κάνει εχθρό με τον αδελφό σου χωρίς καμιά δίκαια αιτία; Και ο Θεός βέβαια πρόσταξε και τους εχθρούς ν’ αγαπάμε, και συ αποστρέφεσαι εκείνον που δεν σε αδίκησε σε τίποτε και χωρίς να μπορείς να τον κατηγορήσεις για κάτι, και δεν καταλαβαίνεις πόσος είναι ο κατάγελως, πόση η ντροπή, η καλύτερα πόσος ο κίνδυνος;
Να πω και κάτι άλλο πιο καταγέλαστο; Ντρέπομαι βέβαια και κοκκινίζω από ντροπή, αναγκάζομαι όμως να το πω για τη δική σας σωτηρία. Αν μας συναντήσει, λέει, παρθένος, η ημέρα γίνεται άπρακτη αν μας συναντήσει πόρνη, η ημέρα θα είναι ευνοϊκή και καλή και γεμάτη από πολύ κέρδος. Καλύπτετε το πρόσωπο σας και χτυπάτε το μέτωπο σας και σκύψατε προς τη γη, αλλά μη το κάνετε αυτό τώρα που λέγονται τα λόγια αυτά, αλλά όταν γίνονται τα πράγματα αυτά.
19. Πρόσεχε λοιπόν και εδώ, πως ο διάβολος έκρυψε το δόλο, ώστε ν’ αποστρεφόμαστε τη σώφρονα και να επιζητούμε και ν’ αγαπούμε την ακόλαστη. Επειδή δηλαδή άκουσε τον Χριστό να λέει, «εκείνος που είδε γυναίκα και την επιθύμησε, ήδη διέπραξε μοιχεία μ’ αυτήν» (Ματθ. 5, 28), και είδε πολλούς να νικούν την ακολασία, θέλοντας με άλλο τρόπο να τους οδηγήσει πάλι στην αμαρτία, με αυτήν την αντίληψη τους έπεισε να προσέχουν με ευχαρίστηση τις πόρνες γυναίκες.
Τι θα μπορούσε να πει κανείς για εκείνους που χρησιμοποιούν επωδές και φυλακτά και δένουν στο κεφάλι και στα πόδια χάλκινα νομίσματα του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα; Αυτές, πες μου, είναι οι ελπίδες μας, ώστε μετά τον σταυρό και τον δεσποτικό θάνατο να στηρίζουμε τις ελπίδες της σωτηρίας μας στην εικόνα Έλληνα βασιλιά; Δεν έμαθες πόσα κατόρθωσε ο σταυρός; Κατέλυσε τον θάνατο, έσβησε την αμαρτία, αχρήστευσε τον άδη, παρέλυσε τη δύναμη του διαβόλου, και δεν είναι αξιόπιστος για την υγεία του σώματος; Ολόκληρη την οικουμένη ανέστησε και συ δεν έχεις εμπιστοσύνη σ’ αυτόν;
Και ποιας απολογίας, πες μου, θα είσαι άξιος; Και όχι μόνο φυλακτά, αλλά και μαγικά άσματα χρησιμοποιείς, εισάγοντας στο σπίτι σου μεθυσμένα γραΐδια και παραπαίοντα· και δεν ντρέπεσαι ούτε κοκκινίζεις από ντροπή μετά από τόση φιλοσοφία να προσκολλάσαι σ’ αυτά; Και το πιο φοβερό της απάτης· όταν συμβουλεύουμε αυτά και ζητούμε την απομάκρυνση απ’ αυτά, νομίζοντας ότι απολογούνται λένε, ότι Χριστιανή είναι η γυναίκα που απαγγέλει τα μαγικά αυτά άσματα και τίποτε άλλο δεν λέει παρά μόνο το όνομα του Θεού.
Γι’ αυτό προ πάντων μισώ και αποστρέφομαι αυτήν, επειδή χρησιμοποιεί το όνομα του Θεού προς ύβρη αυτού, επειδή, λέγοντας ότι είναι χριστιανή, παρουσιάζεται να ενεργεί όπως οι εθνικοί· γιατί και οι δαίμονες ανέφεραν το όνομα του Θεού, αλλ’ ήταν δαίμονες, και έλεγαν τα εξής για τον Χριστό, «γνωρίζουμε ποιος είσαι, είσαι ο άγιος του Θεού» (Μαρκ. 1, 24) και όμως τους επιτίμησε και τους εξεδίωξε.
20. Γι’ αυτό λοιπόν σας παρακαλώ να μένετε καθαροί από την απάτη αυτή και να έχετε τον λόγο αυτό σαν βακτηρία. Και όπως ακριβώς κανείς από σας δε θα δεχόταν να κατεβεί στην αγορά χωρίς υποδήματα ή ενδύματα, έτσι χωρίς τον λόγο αυτό ποτέ να μη πας στην αγορά, αλλά όταν πρόκειται να περάσεις τα πρόθυρα του πυλώνα, αυτό τον λόγο πες πρώτα, «απαρνιέμαι, σατανά, εσένα και την πομπή σου και τη λατρεία σου, και συντάσσομαι, Χριστέ, μαζί σου» [ἀποτάσσομαί σοι, σατανᾶ, καὶ τῇ πομπῇ σου καὶ τῇ λατρείᾳ σου], και ποτέ να μη βγεις χωρίς να πεις αυτά τα λόγια αυτά ας σου είναι βακτηρία, αυτά όπλο, αυτά πύργος ακαταμάχητος.
Μαζί με τα λόγια αυτά κάνε και τον σταυρό στο μέτωπο σου γιατί έτσι όχι μόνο ο άνθρωπος που σε συναντά, αλλ’ ούτε και ο ίδιος ο διάβολος δε θα μπορέσει να σε βλάψει σε κάτι, βλέποντας σε παντού να παρουσιάζεσαι με αυτά τα όπλα. Και αυτά δίδαξε τα από τώρα στον εαυτό σου, ώστε, όταν λάβεις τη σφραγίδα του βαπτίσματος, να είσαι προετοιμασμένος στρατιώτης, και, αφού στήσεις το τρόπαιο νίκης κατά του διαβόλου, να λάβεις το στεφάνι της δικαιοσύνης, το οποίο εύχομαι όλοι μας να επιτύχουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(ΕΠΕ), Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας
Ιωάννου Χρυσοστόμου.
Άπαντα τα έργα, 30.
Ομιλίες Κατηχητικές – Ηθικές Α΄.
εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1987.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου