Μπορείτε να διαβάσετε και υπόλοιπα κεφάλαια του βιβλίου εδώ: Άγιος Αυγουστίνος Ιππώνος: Ομιλίες στην Παλαιά Διαθήκη.
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΥΠΟΨΑΛΜΑ ΤΟΥ 93ου ΨΑΛΜΟΥ:
«Μακάριος ο άνθρωπος…βόθρος» (Ψαλμ. 93, 12-13)*
* Εκφωνήθηκε στη βασιλική των προπατόρων.
Ψάλαμε στον Κύριο: «Μακάριος ἀνήρ, ὃν ἂν παιδεύσῃς, Κύριε, καὶ ἐκ τοῦ νόμου σου διδάξῃς αὐτὸν τοῦ πραΰναι αὐτὸν ἀφ’ ἡμερῶν πονηρῶν, ἕως οὗ ὀρυγῇ τῷ ἁμαρτωλῷ βόθρος» (Ψαλμ. 93, 12-13). Εκπαιδεύει, λοιπόν, ο Κύριος τον άνθρωπο από τον νόμο του, όχι στον νόμο του, και πραΰνεται από τις κακές ημέρες, ωσότου σκαφθεί λάκκος για τον αμαρτωλό. Σε αυτόν, δηλαδή, τον κόσμο η ευτυχία των κακών είναι λάκκος των αμαρτωλών.
Όμως, από αυτό συνήθως ταράσσονται οι άνθρωποι, και πολλές φορές οι θρησκευόμενοι, και όσοι δεν τολμούν να κατηγορήσουν τον Κύριο, απορούν μέσα τους γιατί πολλές φορές οι κακοί ευτυχούν. Και προπαντός ταράσσονται αυτοί που, ενώ γνωρίζουν ότι ζουν καλύτερα, άγονται και φέρονται από δυστυχία και συμφορές. Οι ίδιοι, δηλαδή, βλέπουν τους κακούς να ευπορούν σε όλα τα καλά, αν και γήινα και πρόσκαιρα, και να ευτυχούν πλήρως. Και αναστενάζουν μέσα στις δυστυχίες τους, και δύσκολα συγκρατούν τις καρδιές τους από το να κατηγορούν τον Θεό.
Ας ακούσουν, λοιπόν, τον ψαλμό και ας είναι ευτυχείς. Ας τους εκπαιδεύει ο Κύριος από τον νόμο του. Ας τους ειπεί από άλλον ψαλμό: «Μὴ παραζήλου ἐν πονηρευομένοις, μηδὲ ζήλου τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν» (Ψαλμ. 36, 1). Συ, όμως, που ζήλευες και φθονούσες, δεν έλεγες τίποτε άλλο, παρά μόνον: “Γιατί ευτυχούν”; Άκουσε από τον νόμο του Θεού: «Ὅτι ὡς χόρτος ταχὺ ἀποξηρανθήσονται» (Ψαλμ. 36, 2). Ας ακμάζει το χόρτο˙ γιατί επαινείς το χλωρό; Ρώτα το καλοκαίρι˙ «ταχὺ ἀποξηρανθήσονται». «Πᾶσα σὰρξ χόρτος˙ ὁ χόρτος ἐξηράνθη, τὸ ἄνθος ἐξέπεσε» (Ησ. 40, 67).
Βλέπε συ που έχεις τη ρίζα: «Τὸ ρῆμα Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ησ. 40, 8). Επομένως, εκείνοι οι ασεβείς ακμάζουν σαν το χόρτο, που τον χειμώνα παγώνει και το καλοκαίρι ξεραίνεται. Συ, όμως, με τη ρίζα μπηγμένη στον λόγο του Θεού, που μένει στον αιώνα, ας είσαι δένδρο ζωντανό, χωρίς να φαίνεσαι. «Ἀπεθάνετε», λέει ο απόστολος, «καὶ ἡ ζωὴ ὑμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» (Κολ. 3, 3).
Εδώ είναι η ρίζα σου, όπου ζης. Εδώ, δηλαδή, έθεσες την ελπίδα, εάν δεν πίστευσες πλασματικά. Ας μη σε λυπεί, λοιπόν, ο χρόνος του χειμώνα, κατά τον οποίο πολλά δένδρα κάρπιμα και καρποφόρα, χωρίς την ομορφιά των φύλλων και χωρίς το κάλλος των καρπών, μοιάζουν με ξερά δένδρα, αλλά δεν είναι ξερά. Όταν το χόρτο ανθίζει, εκείνα δεν έχουν φύλλα. Αλλά αυτό που είπα για το χόρτο, το λέω και για το δένδρο που ζει, χωρίς να φαίνεται.
Τι είπα για το χόρτο; Εάν απορείς για το πράσινο χρώμα, ρώτα το καλοκαίρι. Ανάμεσα στη χλόη του χόρτου, που πρασινίζει τον χειμώνα, και στο καρποφόρο δένδρο, που ξεραίνεται τον χειμώνα, κριτής είναι το καλοκαίρι. Έτσι, ανάμεσα στους ευσεβείς, που ταλαιπωρούνται σε αυτόν τον κόσμο, και στους ασεβείς, που θάλλουν σε αυτόν τον αιώνα, σαν σε καιρό χειμώνος, κριτής είναι ο ήλιος της δικαιοσύνης (πρβλ. Μαλαχ. 4, 2).
Ιδού έρχεται η κρίση. Λέει το δένδρο στο χόρτο που θάλλει: “Γιατί επαίρεσαι; Θα έλθει το καλοκαίρι που θα μας δοκιμάσει”. Για να ηρεμούν, λοιπόν, παρόμοια δένδρα από τις κακές ημέρες, ο απόστολος απευθύνεται σε αυτά και τα παρηγορεί, με το να προλέγει το θέρος και να υπόσχεται τη θαλερότητα τους. «Ἀπεθάνετε», λέει, «καὶ ἡ ζωὴ ὑμῶν», όπου είναι η ρίζα σας, «κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ».
Όταν θα είναι το καλοκαίρι, «ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ὑμῶν», όπου είναι η θαλερότητα, «τότε ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ» (Κολ. 3, 4). Εξ άλλου, μάθε την απόφαση του ηλίου της δικαιοσύνης, τι θα κάνει το καλοκαίρι: «Ἐλεύσεται γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου», λέει, «ἐν τῇ μεγαλειότητι αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ, καὶ συναχθήσονται ἐνώπιον αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη». Τώρα βλέπε τα δένδρα και το χόρτο: «Ἀφοριεῖ αὐτοὺς ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, καὶ στήσει τὰ πρόβατα ἐκ δεξιῶν, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ ἀριστερῶν» (Ματθ. 25, 31-34).
Ιδού η κρίση του θέρους. Λόγω του θέρους οι καύσωνες. Ποιοι είναι οι καύσωνες; Ακόμη και στα καρποφόρα δένδρα είναι οι καύσωνες, αλλά τους καύσωνες ακολουθεί η θαλερότητα. Ποιοι είναι, λοιπόν, οι καύσωνες; «Ὅταν βασιλεὺς δίκαιος καθίσῃ ἐπὶ θρόνου, τίς καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν καρδίαν;» (Παροιμ. 20, 89). Ποιος θα καυχηθεί ότι είναι καθαρός από την αμαρτία; Βαρείς καύσωνες. Αλλά παρηγορεί ο ίδιος ο κριτής, τον οποίο φοβόμαστε.
Γρήγορα δίνει την αναψυχή στους καύσωνες και σε όσους καίγονται. Έβλεπαν, δηλαδή, στη ρίζα˙ δεν ήταν δένδρα ξερά. Βλέπετε, λοιπόν, τη θαλερότητα τους. «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου». Ελάτε. Λάβετε αυτό που περιμένατε, δείτε αυτό που πιστεύσατε, κατέχετε αυτό που ελπίσατε, κρατήστε αυτό που αγαπήσατε. «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, λάβετε τὴν βασιλείαν» (Ματθ. 25, 34).
Ιδού αυτή είναι η θαλερότητα στον καύσωνα των δένδρων, κατά τον χειμώνα, σαν να ξεραίνονται, αλλά που είναι ζωντανά, χωρίς να φαίνονται. Προσέξτε τώρα την ξηρότητα του χόρτου. Το ξερό χόρτο για τι προορίζεται; «Πορεύεσθε εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον» (Ματθ. 25, 41). Επομένως, τα καλά και καρποφόρα δένδρα, τα οποία ηρεμούν από τις κακές ημέρες, παρηγορεί, κατά τον καύσωνα, η αναψυχή των βραβείων, παρηγορεί η αναψυχή της βασιλείας των ουρανών. Εκεί πάντοτε ζουν.
Επειδή σε αυτήν τη γη κάποιο χόρτο ονομάζεται “πάντοτε ζει”, εκεί έχει τον αληθινό τόπο˙ εκεί πάντοτε ζει, μόνον η ζωή είναι εκεί, καμμία φθορά, καμμία ένδεια˙ εκεί κατέχει την αιώνια θαλερότητα, και δεν φοβάται την ξηρασία. «Πορεύεσθε εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον», λέει στους ασεβείς. Εκείνος είναι ο λάκκος του αμαρτωλού. Αυτός σκάπτεται, αυτό γίνεται σε αυτόν τον χρόνο. Η ευτυχία του διεστραμμένου ανθρώπου είναι ο λάκκος του αμαρτωλού. Νομίζει, δηλαδή, επειδή κάνει το κακό και είναι ευτυχισμένος, ότι ο Θεός δεν φροντίζει τα ανθρώπινα πράγματα. Αυτός ακριβώς είναι ο λάκκος του αμαρτωλού.
2. Απευθύνομαι, λοιπόν, στην αγάπη σας. Ας μη αγαπάτε την ευτυχία αυτού του κόσμου, και όσοι τυχόν την έχετε, μη ελπίζετε σε αυτήν. Είναι ψευδής, εξαπατά, δεν την κρατάς. Και αν την κρατάς, ας μη την αγαπάς. Ας μη ελπίζεις σε αυτήν, και δεν θα είναι λάκκος. «Παράγγελλε», λέει ο απόστολος, «τοῖς πλουσίοις τοῦ αἰῶνος τούτου», παράγγελλε να είναι πλούσιοι. Αλλά πλούσιοι αυτού του κόσμου είναι Χριστιανοί, είναι πιστοί.
Να τους παραγγέλλεις. Τι; «Μὴ ὑψηλοφρονεῖν, μηδὲ ἠλπικέναι ἐπὶ ἀβεβαιότητι πλούτου» (Α΄ Τιμ. 6, 17). Όπως λέει και ο ψαλμός: «πλοῦτος ἐὰν ρέῃ» (Ψαλμ. 61, 11), σαν από πηγή, από όπου να αντλήσεις όσο θέλεις, χωρίς κόπο, και όσο αντλήσεις, συνεχώς θα χάνεται˙ εάν, λοιπόν, ρέει, μη προσθέτεις την καρδιά, όπου ρέει. Εάν ρέει, κάνει ποτάμι. Προσθέτεις την καρδιά, και την αρπάζει.
Εάν, λοιπόν, σου συμβεί και να γίνεις πλούσιος, όμως, μη επιθυμείς τον πλούτο. Λάβε αυτά που σου προσφέρει, μη αρπάζεις τα ξένα και μη πουλάς τη δικαιοσύνη. Τότε λαμβάνεις αυτά που προσφέρει, όταν δίνει αυτός που θέλει, όχι όταν δίνει και αυτός που δεν θέλει. “Δικαιοσύνη”, λέει, “πουλώ. Τι κακό λαμβάνω από το καλό”; Η δικαιοσύνη σου σε αυτήν τη γη είναι προς πώληση. Δεν έχεις τη δικαιοσύνη, για να λάβεις, για εκείνη, το ουράνιο βραβείο, αλλά για να την πουλήσεις στη γη. «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν» (Ματθ. 6, 5). Αυτό που δώρισε ο φίλος σου, με τη θέληση του, απέμεινε ως κληρονομία, και μάλιστα εκεί όπου δεν βλάπτεται η αφιλοχρηματία.
Γι’ αυτό, η Γραφή δεν καταδίκασε τους πλουσίους, εφόσον λέει: «Διατροφάς καὶ σκεπάσματα ἔχοντες, τούτοις ἀρκούμεθα˙ οἱ γὰρ βουλόμενοι πλουτεῖν», λέει, δεν είπε, όσοι είναι πλούσιοι, αλλά: «οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν» με αυτές τις επιθυμίες τους, «ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμοὺς καὶ ἐπιθυμίας πολλὰς καὶ βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶ ἀπώλειαν» (Α΄ Τιμ. 6, 89). Θέλεις να μάθεις τι κατηγορούσε; «Ρίζα ἐστὶν πάντων τῶν κακῶν ἡ φιλαργυρία» (Α΄ Τιμ. 6, 10). Μη έχεις τέτοια ρίζα, διότι είναι ρίζα χόρτου, που ξεραίνεται.
3. Άρα, αδελφοί μου, όσοι είσθε πτωχοί, μη περιφρονείτε τους εαυτούς σας. Τίποτε δεν είναι τόσο πλούσιο, όσο η πίστη. Είναι κενό το εξωτερικό μικρό σπίτι σας, είναι πλήρες το εσωτερικό σας χρηματοκιβώτιο. Χρηματοκιβώτιο πλήρες, συνείδηση αγαθή. Ο διάβολος στέρησε από τον άγιο άνθρωπο, τον Ιώβ, όσα κατείχε εξωτερικά. Δεν εισέδυσε σε αυτό το χρηματοκιβώτιο. Σε εκείνο ήταν πλούσιος αυτός που έλεγε: «Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο». «Ὁ Κύριος ἔδωκεν», ας μη καυχάται ο διάβολος, «ὁ Κύριος ἀφείλατο». Ο κακός αφαίρεσε αυτό που επέτρεψε ο αγαθός, ο οποίος ήθελε να τον δοκιμάσει με τον πειρασμό, για να τον παρουσιάσει προς μίμηση. «τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτως ἐγένετο˙ εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον» (Ιώβ 1, 21).
Αν ήταν πτωχός, από που θα έχανε τόσο πολύτιμα; Το εσωτερικό χρηματοκιβώτιο ήταν πλήρες, και τα κέρδη του αυξάνονταν, με το να δίνει. Στο τέλος, έχανε και δεν έχανε. Όσοι, λοιπόν, είσθε πτωχοί, προσπαθήστε μάλλον να έχετε εσωτερικά πλούτη, να έχετε τις καρδιές γεμάτες με αρετές, τη δικαιοσύνη, την ευσέβεια, την αγάπη, την πίστη, την ελπίδα. Αυτές είναι τα αληθινά πλούτη, τα οποία ούτε με ναυάγιο χάνετε. Και για να μη σας περιβάλει με θλίψη, εσάς τους καλούς, η ευτυχία των κακών, ας σας καταπραΰνει ο Θεός από τις κακές ημέρες. Θα παρέλθουν οι κακές ημέρες, κατά τις οποίες φαίνεται η ευτυχία τους σαν διαστροφή. Θα έλθουν ημέρες, κατά τις οποίες ουδείς κακός είναι ευτυχής, ουδείς καλός δυστυχής.
4. Σεις, όμως, όσοι σε αυτόν τον αιώνα είσθε πλούσιοι, κάνετε αυτό που συμβουλεύει ο απόστολος: «Πλουτεῖν ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς, εὐμεταδότους εἶναι» (Α΄ Τιμ. 6, 18). Γιατί, δηλαδή, είναι δύσκολο, εφόσον υπάρχει δυνατότητα να διανέμουν εύκολα; Νομίζω ότι γι’ αυτό μίλησε για ευκαιρίες, σαν να έλεγε ευκολίες˙ διότι και η ένδεια συνήθως αποκαλείται δυσκολία. Λοιπόν, «εὐμεταδότους εἶναι, κοινωνικούς». Ας έχουν και αυτοί, αλλά ας δίνουν σε όποιον έχει ανάγκη˙ και ας βοηθούν όποιον τους ακολουθεί, και ας αποθέτουν το φορτίο τους.
Ώ πλούσιε, ο πτωχός σε ακολουθεί σε αυτήν την ζωή. Τον βλέπεις να ταλαιπωρείται, επειδή δεν έχει, ενώ συ έχεις. Εκείνος, με το να μη έχει, δεν έχει από που να στηριχθεί. Σύ, με το να έχεις πολλά, έχεις από που να πιέζεσαι. Βοήθησε την ένδεια και ελάττωσε το φορτίο. Γι’ αυτό είπε: «κοινωνικούς εἶναι». Λέει και σε άλλο χωρίο ο ίδιος απόστολος: «Οὐ γὰρ ἵνα ἄλλοις ἄνεσις, ὑμῖν θλῖψις» (Β΄ Κορ. 8, 13).
Επομένως, «κοινωνικούς εἶναι». Ας έχουν, αλλ’ αυτό που περισσεύει, ας το δώσουν σε άλλους. Κρατούν αυτό που τους αρκεί, και δεν χάνουν αυτό που έδωσαν. Μάλλον θα το κατέχουν, παρά αυτό που θα κρατήσουν, θα το αφήσουν εδώ ή θα το καταναλώσουν για δικές τους χρήσεις. Όμως, αυτό που έδωσαν, τι θα γίνει από αυτό, άκουσε αυτό ακριβώς. Λέει στη συνέχεια: «Ἀποθησαυρίζοντας ἑαυτοῖς θεμέλιον καλὸν εἰς τὸ μέλλον, ἵνα ἐπιλάβωνται τῆς ἀληθοῦς ζωῆς» (Α΄ Τιμ. 6, 19). Τι μεγάλο, λοιπόν, είναι αυτό που έδωσες, εάν από αυτόν τον τόπο, όπου όλα χάνονται, κανόνισες να μετοικήσεις;
Με αυτό που έδωσες στους πτωχούς, έκανες δικούς σου αχθοφόρους. Εάν, λοιπόν, θα είσθε τέτοιοι, δεν θα ανθίζετε, όπως το χόρτο, σε αυτόν τον παροδικό αιώνα, αλλά θα είσθε, όπως η ελιά είναι πράσινη ακόμη και στον χειμώνα˙ και θα λένε με τα δικά σας λόγια: «Ἐγὼ δὲ ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ». Αλλά σαν ελιά καρποφόρα στον οίκο του Θεού, βλέπε το επόμενο: «Ἤλπισα ἐπὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ» (Ψαλμ. 51, 10), όχι «ἐπὶ ἀδηλότητι πλούτου» (Α΄ Τι 6, 17).
Ειρηναίος Ι. Χατζηεφραιμίδης
Ιερού Αυγουστίνου: Ομιλίες στην Παλαιά Διαθήκη.
εκδ. Κ. & Μ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου