* Το κείμενο αντλήσαμε από το χειρόγραφο αριθ. 99 της Ι. Μ. Παντοκράτορος Αγίου Όρους, ΙΣΤ΄ αι., φύλλα 375r-396r. Αντίστοιχο κείμενο περιλαμβάνεται και στο χειρόγραφο αριθ. 80 των Ιεροσολύμων, ΙΓ΄ αι., φύλλα 83-92 (Α. Παπαδοπούλου-Κεραμέως, Ιεροσολυμιτική Βιβλιοθήκη ΙΙ, 144).
Σκεπτόμενος εγώ να αντλήσω με ακρίβεια από τη θεία διήγηση, δηλαδή από καθαρή πηγή, πνευματικά νοήματα πράξεων και λόγων, δόθηκα στην προσευχή, για να τα καταλάβω καλά. Και όταν τα συνέλαβε ο νους μου, έριξα αμέσως το βλέμμα μου στο βάθος της διήγησης, και να, είδα στην πεδιάδα δυο νέους εύσωμους, πολύ ωραίους και με ήρεμο περπάτημα· και όταν έφθασαν αυτοί σε κάποια τοποθεσία, επιτέθηκε ο ένας απ’ αυτούς να φονεύσει τον άλλο (Γεν. 4, 8).
Εγώ λοιπόν, όταν είδα, ζαλίσθηκα ο άθλιος από τη φοβερή σφαγή, που γίνονταν άδικα· και θέλοντας να μάθω για ποιο λόγο εκείνος φόνευσε τον άλλο, με το άφοβο χέρι του, προσπάθησα να ανεβώ για μια στιγμή ψηλά και από το νόημα του λόγου να μάθω την αλήθεια· διότι ο φονευμένος κείτονταν σαν αρνί στον αγρό, και ο φονιάς στέκονταν άφοβος, και έφευγε αδιάφορος.
Γι’ αυτό τον λόγο ανέτρεξα στη Γραφή, αδελφοί, θέλοντας να μάθω την αλήθεια, δηλαδή τι ήταν και οι δυο. Με πότισε λοιπόν άφθονα με τα νάματα της η θεία διήγηση να καταλάβω τα σχετικά μ’ αυτούς και να παρουσιάσω με παραστατικό τρόπο λίγα αποστάγματα σχετικά με τη θέα εκείνου του φονευμένου και εκείνου του φονιά. Μόνο όμως, αδελφοί, δεχθείτε τα με πνευματικό τρόπο και ανοίξτε τα αυτιά σας στην ακρόαση αυτών που θα ειπωθούν. Διότι με όποιο τρόπο ο βοσκός οδηγεί τα πρόβατα, εκεί όπου τα βόσκει, σε νερά ζωογόνα, για να τραφούν τα κοπάδια του, έτσι είναι και εκείνος που λέει τα λόγια της χάρης για την ωφέλεια των ανθρώπων.
Αυτοί λοιπόν, ο Κάιν και ο Άβελ, ήταν παιδιά του Αδάμ και της Εύας, και γεννήθηκαν μετά από την παράβαση (Γεν. 4, 1-2). Είχε ο πρωτότοκος* από την αρχή αυθαίρετη σκέψη, παρόλο που άκουγε από τους γονείς του συνεχώς και να αναφέρουν για την έξοδο από τον παράδεισο (Γεν. 3, 23-24) και να χύνουν συχνά δάκρυα για το πως έγιναν ανάξιοι τέτοιας χάρης. Αυτά ακούγοντας απ’ αυτούς, φρόντιζε να γίνει ευάρεστος.
* Πρωτότοκος ο Κάιν (Γεν. 4, 1).
Και από τους κόπους τους πρόσφεραν και οι δυο στον Θεό δώρα και θυσίες, για να γίνουν και οι ίδιοι άξιοι για την τρυφή του παραδείσου. Και από τη μια ο Κάιν πρόσφερε στον Θεό δώρα από τη γη (Γεν. 4, 3), όχι από τα πρώτα, αλλά από τα δεύτερα, θεωρώντας περισσότερο άξιο τον εαυτό του από αυτόν που του τα έδωσε· από την άλλη ο αδελφός του Άβελ πρόσφερε και αυτός στον Θεό όλα τα εκλεκτά πρόβατα (Γεν. 4, 4) από τα κοπάδια του.
Ο προγνώστης όμως Θεός κατάλαβε τις σκέψεις και των δυο, και βρέθηκε να είναι ευπρόσδεκτο και καθαρό το δώρο του Άβελ παρά του Κάιν. Και ο Θεός λοιπόν δέχθηκε τη θυσία του Άβελ (Γεν. 4, 4) χάρη στην καθαρότητα της καρδιάς του· τη θυσία όμως του Κάιν δεν την πρόσεξε (Γεν. 4, 5), επειδή ήθελε να τον φέρει στον ίσιο δρόμο και να τον διδάξει ότι γνωρίζει την άπληστη καρδιά του, διότι ο Κύριος μας δε ζητά από μας δώρα, αλλά καθαρές καρδιές.
Βλέποντας λοιπόν ο Κάιν ότι έγινε δεκτό το δώρο του αδελφού του Άβελ, ταράχθηκε πολύ και δεν ήθελε να προσκυνήσει και να παρακαλέσει τον Θεό, αλλά περισσότερο ερεθίζονταν από οργή και θυμό· ο εύσπλαχνος όμως Θεός, επειδή είναι μακρόθυμος και ήθελε να τον φέρει στον ίσιο δρόμο και να τον διδάξει ότι αν αυτός μετανοήσει, θα δεχθεί τα δώρα του, «Γιατί, λέει, οργίζεσαι εσύ; Από σένα εξαρτάται, Κάιν, η αμαρτία αυτή» (Πρβλ. Γεν. 4, 6-7).
Ο Κάιν όμως, επειδή δε θέλησε να στρέψει την καρδιά του σε ευσπλαχνία, έφυγε με οργή από την παρουσία του Θεού, λέγοντας τέτοια λόγια «Θα ανεβώ εγώ ψηλά στα βουνά και θα ανοίξω τους ουρανούς, και εκεί θα μιλήσω με τον ύψιστο Θεό διότι λύπησε εμένα και τίμησε τον Άβελ περισσότερο από μένα τον πρωτότοκο, και δέχθηκε τη θυσία του ευνοϊκά και τον αγάπησε περισσότερο από μένα».
Ο Θεός λοιπόν που βλέπει από ψηλά τα βουνά, μόλις πλησίασε με θρασύτητα ο Κάιν στις πύλες του ουρανού, οργίσθηκε εναντίον του, και τα βουνά όταν είδαν τη μεγάλη απερισκεψία του Κάιν, όπου τυχόν κινήθηκε να ανεβεί στην κορυφή εκείνων των βουνών, αμέσως τα μέρη εκείνα γίνονταν πεδιάδες. Βλέποντας λοιπόν ο Κάιν τα βουνά να εξαφανίζονται στη γη και να ανυψώνονται πάλι, έμεινε κατάπληκτος, και η δύναμη του σώματός του χάθηκε, για να μην πλησιάσει πια στα βουνά και ανεβεί· διότι σε όποιο βουνό θέλησε να ανεβεί, εκείνα αντιλαμβάνονταν και γίνονταν πεδιάδες· επειδή τα πάντα δημιουργήθηκαν με το νεύμα του Θεού, ώστε να υπακούουν εύκολα στον Δημιουργό τα δημιουργήματα του.
Αφού λοιπόν έχασε τη δύναμή του, κάθισε σε κάποια τοποθεσία και έλεγε μέσα του· «Τι να κάνω εγώ, που δεν μπορώ να φθάσω τους ουρανούς· διότι βλέπω ότι και τα βουνά με πολεμούν; Να δηλαδή, βλέπω ένα ψηλό βουνό και τον ουρανό επάνω απ’ αυτό. Αν θελήσω να ανέβω, με προφθάνει και γίνεται πεδιάδα· και λοιπόν τι να κάνω; Διότι αυτός κάθεται στους ουρανούς, και εγώ ταλαιπωρούμαι. Όλα υπακούουν σ’ αυτόν. Κάθεται στους ουρανούς, και βλέπει πάνω στη γη όλα, και τα εξουσιάζει, και δεν μπορεί το σκότος να πλησιάσει το φως του· διότι ο ίδιος πατά επάνω στους φτερωτούς ανέμους (Πρβλ. Ψαλ. 17, 11).
Και πως να τον λυπήσω, όπως εκείνος λύπησε εμένα για τα δώρα μου, που δεν τα δέχθηκε; Αν βάλω φωτιά στα βουνά και στα δάση, ξαναφυτρώνουν πάλι διπλά· αν σκοτώσω τα θηρία και τα κτήνη, θα γίνουν περισσότερα και θα αυξήσουν τη λύπη μου. Βλέπω λοιπόν τον Άβελ, ότι προτού να πλησιάσει τον Ύψιστο δέχεται αυτός το δώρο του· διότι όπως στεκόμασταν και οι δυο, κρατώντας τις θυσίες μας, κατέβηκε η φωτιά και δέχθηκε μόνο το δικό του δώρο, εμένα απεναντίας με άφησε να κρατώ τη θυσία στα χέρια μου. Γι’ αυτό και εγώ θα τον λυπήσω, όπως εκείνος λύπησε εμένα. Επειδή λοιπόν δεν μπορώ να ανέβω στον ουρανό, για να εκφράσω τις διαθέσεις της καρδιάς μου, βρήκα με ποιο τρόπο θα τον λυπήσω και εγώ θα σκοτώσω τον ποθητό του Άβελ, και θα τον κυριεύσει η λύπη, όπως και εμένα».
Σκεφτόμενος αυτά ο Κάιν, κινήθηκε σε αδελφοκτονία, και είπε στον εαυτό του «Θα πάω στους γονείς μου κρύβοντας αυτό τον λογισμό, και με κολακευτικά λόγια θα εξαπατήσω τον αδελφό μου, για να βρω ευκαιρία και να τον απομακρύνω από τους γονείς μας και να τον ανεβάσω στα βουνά, ώστε να μην πενθήσουν γι’ αυτόν βλέποντας τον να πεθαίνει· απεναντίας μάλιστα θα πλησιάσω με χαρά, ώστε και τον Άβελ να απομακρύνω από τους γονείς μας, χωρίς να με υποψιασθούν, και να τον σφάξω στην πεδιάδα σαν ένα κριάρι, και να γλυτώσω από τη θλίψη· διότι μόνο εμείς οι δυο είμαστε που προσφέρουμε στον Ύψιστο θυσία από τους καρπούς και από τα ζώα. Και να, εγώ επάνω στη γη είμαι βδελυκτός και οι θυσίες μου, ενώ ο αδελφός μου γίνεται δεκτός μαζί με τα δώρα του· όταν όμως φονευθεί αυτός, δε θα υπάρχει άλλος να προσφέρει δώρα στον Ύψιστο, και η λύπη μου θα μετατραπεί σε χαρά».
Καθώς λοιπόν ο Κάιν σκεφτόταν αυτά μέσα του, σηκώθηκε και πήγαινε στους γονείς του, έχοντας κρυφή κακία· και αφού έφθασε στους γονείς του, είπε· «Τώρα κατάλαβα καλά για τον αδελφό μου Άβελ, ότι είναι αγαπητός στον Ύψιστο, διότι αγάπησε τον Θεό. Ας σπεύσει λοιπόν και για μένα να εξιλεώσει τον Θεό· διότι τι είναι πιο δεκτό απ’ αυτό, από το να αγαπά δηλαδή κάποιος τον Θεό και να υπηρετεί τους γονείς του; Και επειδή ακριβώς εγώ δεν έκανα αυτό, γι’ αυτό δε δέχθηκε το δώρο μου, όπως του κυρ-Άβελ. Απομένει λοιπόν να παρακαλέσει μαζί μου τον Θεό, για να δεχθεί και τα δικά μου δώρα».
Και μόλις τα είπε αυτά, πλησίασε με δόλο και φίλησε τον αδελφό του μπροστά στους γονείς, για να τον αποσπάσει απ’ αυτούς. Ο Άβελ όμως ο άκακος και αληθινός δούλος του Θεού, με ευχαρίστηση άκουγε, και παρότρυνε μάλιστα τον Κάιν να ανεβεί στο βουνό και να προσφέρει λατρεία στον Θεό, λέγοντας:
«Γνωρίζεις και συ ο ίδιος, αδελφέ, ότι αν βάλεις αυτί να ακούσεις, για κείνον που παροργίζει τον Θεό, δε λέει ο Θεός ότι αυτός έχει πεθάνει, όπως εσύ νομίζεις, επειδή δεν έχεις τις ελπίδες σου στον μοναδικό δημιουργό Θεό. Δεν βλέπεις τα δάκρυα του Αδάμ και της Εύας, των γονέων μας, πως πενθούν με το να τον δυσαρεστήσουν, επειδή παρέβησαν την εντολή του Δημιουργού, και δεν μπορούν διόλου να παρηγορηθούν· και καθώς παρέβησαν την εντολή του Θεού, απέκτησαν με δική τους προτίμηση πείρα της εξορίας, και γι’ αυτό θρηνούν στο εξής αιώνια; Αλλά εγώ σε συμβουλεύω να πλησιάσεις τον Θεό, παρακαλώντας τον χωρίς δισταγμό, για να μη ζήσεις και συ ο ίδιος τις μέρες σου με πένθος, όπως και οι γονείς μας. Βλέπε, αδελφέ, να, σου τα είπα όλα».
Απαντώντας λοιπόν ο Κάιν είπε· «Τα ξέρω και εγώ αυτά, λέει, επειδή αμάρτησα με το να δυσαρεστήσω τον Θεό· αλλά έλα μαζί μου ως αδελφός· διότι γνωρίζω ότι εσύ είσαι φίλος του Θεού. Παρακάλεσε λοιπόν για μένα, και έλα μαζί μου χωρίς οκνηρία στην πεδιάδα, για να προσφέρουμε θυσία στον Θεό· διότι είναι καλό να εξιλεώσουμε τον Θεό». Και άλλα ειρηνικά λόγια είπε για να κολακεύσει τον αδελφό· «Να, αδελφέ μου, σου είπα αυτό που συμφέρει μην αποφύγεις από οκνηρία να έρθεις μαζί μου για να προσφέρουμε θυσία στον Θεό».
Και ο Άβελ απάντησε· «Απεναντίας συμφέρει καλύτερα να πας εντελώς μόνος και να πεις, “Σπλαχνίσου με, Θεέ». Πλησίασε λοιπόν με ταπείνωση και πες· “Σπλαχνίσου με, Δέσποτα· αμάρτησα ως γήινος, έφταιξα ως άνθρωπος, έσφαλα ως αδύναμος”. Ας χυθούν τα δάκρυα σου· ας φθάσει η κραυγή σου στις πύλες του ουρανού· απόρριψε όλη την πονηρία σου και πες· “Εδώ θα πεθάνω, Δέσποτα, μπροστά στους οικτιρμούς σου, ωσότου να με συγχωρήσεις. Έτσι να δείξεις τη μετάνοια σου στον φιλάνθρωπο Θεό, και θα λάβεις συγχώρηση: διότι τέτοιος είναι ο Θεός μας, μακρόθυμος και πολυεύσπλαχνος, και δέχεται εκείνους που επιστρέφουν σ’ αυτόν. Λοιπόν και εγώ χαίρομαι για την επιστροφή σου».
Γνώριζε δηλαδή ο άμεμπτος και άκακος Άβελ την κακία του Κάιν. Και παρόλο που τον συμβούλευσε τόσο πολύ, δε λύγισε τη σκληρή καρδιά του, αλλά με περισσότερη προθυμία επιδίωκε το φόνο, και έλεγε τέτοια λόγια στον Άβελ «Σπλαχνίσου με, αδελφέ μου, και έλα μαζί μου στην πεδιάδα, και πέσε γονατιστός στον Θεό για μένα, για να συμφιλιωθεί μαζί μου».
Όταν λοιπόν τα άκουσε αυτά ο Άβελ από τον Κάιν, τον σπλαχνίσθηκε και είπε· «Λοιπόν εγώ είμαι η αιτία της καλής συμφιλίωσης σου με τον Θεό; Έλα λοιπόν ας πάμε γρήγορα».
Η Εύα όμως, όταν άκουσε την πολλή συνομιλία τους, και όταν ο Άβελ κίνησε να πάει, πληγώθηκε η καρδιά της, και είπε σ’ αυτούς· «Παιδιά μου ποθητά, αυτή η ώρα δεν είναι για θυσίες· αλήθεια, παιδιά μου, η καρδιά μου είναι πολύ ταραγμένη και καίγομαι βλέποντας τη συνάντηση και την αγωνία. Τι είναι αυτή η βιασύνη και η ταραχή σας; Και που οδηγείς τον Άβελ, Κάιν; Τι σας συνέβη; Άραγε μήπως ο Όφις που εξαπάτησε εμάς, ο ίδιος από φθόνο πάλι το έκανε αυτό, ώστε να σας εξαπατήσει και να σας κάνει να θυσιάσετε πριν από τον καιρό; Διότι αυτός ο καιρός δεν είναι καιρός θυσίας».
Ο Αδάμ πάλι, βλέποντας την ηρεμία του Άβελ και την αγωνία του Κάιν, με λύπη έλεγε «Πηγαίνετε, παιδιά μου, και αφού κάνετε θυσία, επιστρέψτε σ’ εμάς».
Είπε επίσης η Εύα στον Κάιν· «Να, και εγώ, παιδιά μου, είμαι μητέρα και των δυο σας, και αυτή την έγνοια θα έχω και γω, ωσότου να επιστρέψετε σ’ εμένα».
Μόλις όμως ανηφόρισαν και οι δυο, βαδίζοντας ήρεμα και φροντίζοντας μόνο γι’ αυτό, δηλαδή για το πως θα προσφέρουν θυσία στον Θεό, και έφθασαν αυτοί σε κάποια τοποθεσία, άρχισε ο Κάιν να οργίζεται εναντίον του Άβελ. Άλλαξε μάλιστα και τη διάθεσή του και σκλήρυνε τα λόγια του εναντίον του Άβελ, κατηγορώντας τον για άδικη μομφή και λέγοντας τέτοια σ’ αυτόν·
«Έλα πες μου, για ποιο λόγο και ποιο είναι το φταίξιμο μου, διότι εγώ μισήθηκα από τον Θεό, εσύ απεναντίας αγαπήθηκες; Απάντησε μου γρήγορα· δεν είμαστε και οι δυο παιδιά του Αδάμ; Και πως το δικό σου δώρο έγινε δεκτό και όχι το δικό μου; Λοιπόν γι’ αυτό τον λόγο και υποθέτεις λέγοντας, “Επειδή εμένα με αγάπησε ο Θεός περισσότερο από τον αδελφό μου· λοιπόν και τη δημιουργία όλη μου την πρόσφερε να την απολαύσω, όπως θέλω”. Όμως εγώ θα σε κάνω όχι μόνο να μην την απολαύσεις αυτή, αλλά γρήγορα θα σε στερήσω και από τη ζωή σου, διότι μου έγινες αγκάθι και θέλησες να τα κληρονομήσεις όλα, κινούμενος από απληστία».
Και όρμησε εναντίον του, σαν άγριο θηρίο, τρίζοντας τα δόντια του, για να τον φονεύσει. Ο άμεμπτος όμως Άβελ, όταν είδε τον Κάιν να έχει οργισθεί έτσι εναντίον του, έμεινε ολότελα έκπληκτος, και άρχισε να πέφτει στα πόδια του, και παρακαλώντας τον με λυπητερά λόγια, έλεγε, θέλοντας να τον λυγίσει και να τον κάνει σπλαχνικό. Βλέποντας όμως να είναι τόσο σκληρός και να σπεύδει να τον φονεύσει, έλεγε σ’ αυτόν·
«Αυτά είναι τα λόγια σου, αδελφέ μου Κάιν, που έλεγες στους γονείς μας; Δεν έλεγες παρακαλώντας με δάκρυα ότι “θέλω να προσευχηθώ στον Θεό με ευλάβεια, αλλά δεν έχω παρρησία; Θέλω λοιπόν να πάρω μαζί μου και τον Άβελ τον αδελφό μου και φίλο του Θεού, και επιθυμώ να έρθει μαζί μου ως φιλόστοργος αδελφός και να πέσει γονατιστός στον Ύψιστο, για να συμφιλιωθεί μαζί μου”. Με εξαπάτησες αλήθεια, αδελφέ, με κολακευτικά λόγια, όπως εξαπάτησε τους γονείς μας το απατηλό φίδι με την πανουργία του (Γεν. 3, 1-6).
Έγινες για μένα, αδελφέ μου, φοβερό φίδι που κάθεται στο μονοπάτι και χύνει κρυφά το δηλητήριο του· έγινες για μένα, αδελφέ μου, πονηρός γεωργός, ο οποίος είδε ένα πολύκαρπο δένδρο και από φθόνο το κατέστρεψε και το ξερίζωσε· έγινες για μένα, αδελφέ μου, σαν άπειρος βοσκός, ο οποίος, αφού είδε ένα καλό κριάρι και το φθόνησε, το έσφαξε. Ποιο είναι το φταίξιμο μου, πες μου; Μήπως με άκουσες ποτέ να έχω πει για τη γη ή για τον κόσμο της, ότι θα την κληρονομήσω; Να τώρα σου λέω, αδελφέ μου, δικά σου είναι όλα.
Έχε τα αυτά, παρακαλώ· μόνο να μου χαρίσεις αυτό, να δω δηλαδή τους γονείς μας· να ξέρεις όμως ότι ποτέ δεν έγινα εμπόδιο στη θυσία σου. Μήπως λοιπόν εγώ είπα στον Ύψιστο να μη δεχθεί τα δώρα σου, και γι’ αυτό οργίζεσαι μαζί μου; Ο Θεός γνωρίζει εξαρχής τον λογισμό του καθενός και ξέρει καλά την καρδιά σου πριν να σε πλάσει, τι πρόκειται να κάνεις· όμως μαλάκωσε, αδελφέ μου, και δέξου τα δάκρυά μου, και άφησε με να φιλήσω τα κατάλευκα μαλλιά του Αδάμ και το πρόσωπο της Εύας. Διότι, να, τα μάτια τους είναι μπροστά στις πόρτες και προσέχουν διαρκώς πότε θα μας δουν να επιστρέφουμε κοντά τους. Τι θα ωφεληθείς λοιπόν, αν τώρα χύσεις το αίμα μου;
Μη, αδελφέ μου, παρακαλώ· διότι δε θα προκύψει καλό για την ψυχή σου· διότι πρόκειται να εξετασθείς εσύ, και τότε ποια απολογία θα βρεις γι’ αυτό μπροστά στον Θεό; Μήπως νομίζεις ότι θα τον ξεγελάσεις; Πρόκειται μάλιστα να φανερωθεί αυτό μπροστά του· διότι εκείνος που ερευνά τις καρδιές επιβλέπει και εδώ. Γι’ αυτό να αρκεσθείς, παρακαλώ, στο λογισμό που έκανες εναντίον μου, και να λυπηθείς τα κατάλευκα μαλλιά των γονιών μας. Λυπήσου μάλιστα και μένα τον αδελφό σου που πέφτω στα πόδια σου, και έλα, ας πέσουμε γονατιστοί στον φιλάνθρωπο Θεό, και μη φανείς ότι πρόσθεσες πένθος επάνω στο πένθος και θλίψη επάνω στη θλίψη.
Μην τυφλώσεις τα μάτια του πατέρα μας Αδάμ, ούτε να βλάψεις την όραση της μητέρας μας Εύας· διότι, αν εσύ το κάνεις αυτό, που θα πας και που θα κρυφθείς από την παρουσία του Θεού; Και με ποια μάτια θα αντικρύσεις τους γονείς μας; Και τι θα πεις σ’ αυτούς, όταν θα σε ρωτούν για τον ταπεινό Άβελ; Πώς θα κινήσεις τη γλώσσα σου για να απολογηθείς για κείνο το αξιοθρήνητο ερώτημα; Πώς θα το αντέξουν τα αυτιά σου; Πώς επίσης θα σκεφθεί ο νους σου το απαρηγόρητο πένθος και των δυο, καθώς θα σου λένε που είναι ο Άβελ ο αδελφός σου; Μην αναγκάσεις, αδελφέ μου, τον Αδάμ να έρθει εδώ, αναζητώντας που κείτεται το σώμα μου;
Και έπειτα αφού με βρει, πως θα σκύψει επάνω μου, βλέποντας με να κείτομαι σαν αρνί σφαγμένο στο χωράφι; Μη θελήσεις να έρθει και η Εύα και να θρηνεί και να αλείψει με το αίμα του παιδιού της τα άσπρα μαλλιά της. Κατάλαβε, αδελφέ, τι πρόκειται να κάνεις, και αφού συναισθανθείς, χύσε δάκρυα προς τον Θεό και μην το κάνεις αυτό· απεναντίας σου λέω, η γη μαζί με όλο τον κόσμο είναι μπροστά σου, απόλαυσε την, εμένα μου φθάνει να βλέπω το αγγελικό σου πρόσωπο. Εγώ λοιπόν χύνοντας δάκρυα παρακαλώ, εσύ όμως κυριευμένος από τον θυμό δεν προσέχεις. Πώς έκλεισες τα μάτια σου, πως κλείσθηκαν τα αυτιά σου, πως έγινε αναίσθητη η καρδιά σου, ώστε να μην ακούς τα λόγια μου, και κινήθηκες να με σκοτώσεις άδικα.
Σε παρακαλώ λοιπόν, αδελφέ, να πεις στον Αδάμ και στην Εύα, να έρθουν και να δουν αυτό το πρωτόφαντο θέαμα και τη θλιβερή σφαγή μου· και όπως δέχθηκαν την ηδονή στον παράδεισο, και έγιναν γυμνοί με το να παρακούσουν τον Θεό, να δουν πάλι εδώ τη θλιβερή σφαγή μου και να πενθήσουν· όπως πένθησαν όταν διώχθηκαν από τον παράδεισο, έτσι να πενθήσουν και για τον νεκρό που φονεύθηκε πρόσφατα. Άφησε τον Αδάμ να φιλήσει το ταπεινό μου σώμα με το θλιβερό και στερνό φίλημα.
Δέξου, γη, το αίμα μου και κραύγασε δυνατά προς τον Θεό, για να μου δοθεί γρήγορα το δίκαιο· και σκέπασε, γη, το σώμα μου από τα θηρία και τα όρνια, για να μην το κατασπαράξουν διόλου, επειδή δεν είναι εδώ ο Αδάμ, για να με θάψει. Ακούστε, ουρανοί, τις θλιβερές φωνές εμένα που άδικα φονεύομαι, και μη σιωπήστε. Κλάψτε με, όλες οι χαρές της γης. Ας με κλάψουν τα πρόβατα που βόσκησα στις πεδιάδες και στα βουνά. Ας με κλάψουν τα ρυάκια των νερών· διότι δε θα τα δω πια οδηγώντας τα κοπάδια. Ας πενθήσει και το χόρτο της πεδιάδας μαζί με τα άνθη του, διότι δε θα τα δω».
Αν και ο Άβελ είπε αυτά τα λόγια, που μπορούν να μαλακώσουν και πέτρινη καρδιά, στέκονταν ο άσπλαχνος και σκληρός Κάιν σαν φαρμακερή οχιά που βουλώνει τα αυτιά της (Πρβλ. Ψαλ. 57, 5), και φούντωνε σαν θηρίο εναντίον του δίκαιου, και σχεδίαζε πως να πραγματοποιήσει το φόνο και αφού σήκωσε ψηλά το χέρι του ο άσπλαχνος, σκότωσε στη στιγμή τον αδελφό του, και με χαρά ο ταλαίπωρος μονολογούσε·
«Τι ωφελήθηκες, Άβελ, παρόλο που οι θυσίες σου έγιναν δεκτές; Δες τι έπαθες και που κείτεσαι ο πρόθυμος προσκομιστής· και εγώ τώρα ζω, εσύ απεναντίας έχεις πεθάνει. Αλλά τι μένει να κάνω για τον εαυτό μου εγώ ο άθλιος; Πρέπει να σκεφθώ στο εξής το τι θα αποκριθώ στον Αδάμ και στην Εύα για τον Άβελ τον προσκομιστή. Διότι ξέρω ότι και οι δυο στέκονται μπροστά στις πόρτες και μας περιμένουν, και μόλις με δουν να επιστρέφω μόνος, επειδή δε γνωρίζουν το γεγονός, θα με ρωτήσουν για τον Άβελ, τι δηλαδή έγινε· και αν αρχίσουν να με ρωτούν, “γιατί ήρθες μόνος;”, εγώ λοιπόν θα απαντήσω σ’ αυτούς με σκληρή φωνή. “Γιατί με ρωτάτε για τον αδελφό μου; Μήπως λοιπόν δεν έχει δικαίωμα να πάει όπου θέλει; Ή μήπως εγώ είμαι φύλακας του;
Και λοιπόν καθώς εγώ θα μιλώ έτσι αυστηρά σ’ αυτούς, θα φοβηθούν να με ρωτήσουν άλλο γι’ αυτόν· και αν ταραχθούν και οργισθούν γι’ αυτόν, δε θα μπορέσουν να με σκοτώσουν. Επειδή επίσης είναι μόνοι πάνω στη γη, δε θα βρεθεί άλλος άνθρωπος επάνω στη γη που θα με ελέγξει. Οι Άγγελοι δε με είδαν, και δε θα φοβηθώ γι’ αυτό, αλλά απεναντίας θα βαδίσω στο εξής με υπερηφάνεια».
Ενώ όμως σκέφτονταν να πει ο άθλιος αυτό το ψέμα στους γονείς του, κινείται λοιπόν η δίκαια κρίση του Θεού για να αποδώσει δικαιοσύνη για τον Άβελ· και ενώ η θεία φωνή τον έλεγχε φοβερά, καθώς σκέφτονταν να πει το ψέμα στους γονείς του, στη συνέχεια απαντά στο φοβερό δικαστή και Θεό· «Μήπως είμαι φύλακας του αδελφού μου;» (Γεν. 4, 9).
Και πάλι η θεία φωνή λέει σ’ αυτόν· «Κάιν, γιατί σκότωσες τον αδελφό σου, κρύβοντας ατάραχα το αίμα του, ενώ αυτό από κάτω από τη γη κράζει σ’ εμένα; (Γεν. 4, 10). Γιατί το έκανες αυτό; Ποια δηλαδή αδικία σου έκανε, διότι πρόσφερε το δώρο του με κάθε ειλικρίνεια; Εσύ όμως εξαρχής ήσουν φθονερός και κακόψυχος. Λοιπόν πάρε και την καταδίκη ανάλογα με την αξία της προσφοράς σου, για την οποία κοπίασες με φθόνο και φόνο και δολιότητα· θα περιπλανιέσαι επάνω στη γη στενάζοντας και τρέμοντας (Γεν. 4, 12), για να καταλάβουν όλοι ότι έχυσες αίμα άδικα».
Η μητέρα τους λοιπόν ανησυχούσε καθώς αυτοί αργούσαν στη θυσία, και αφού ήρθε τρέχοντας στην πεδιάδα, βλέπει τον Άβελ να κείτεται στην πεδιάδα σαν αρνί σφαγμένο, και τον Κάιν να στενάζει και να τρέμει σαν το φύλλο από τον άνεμο. Στάθηκε λοιπόν κοντά η Εύα και δεν ήξερε να εξηγήσει το πρωτόφαντο θέαμα το παιδί της δηλαδή κείτονταν νεκρό, αλλά δε γνώριζε η Εύα το τι σημαίνει θάνατος, και γι’ αυτό καλούσε το παιδί της λέγοντας·
«Άβελ, Άβελ, παιδί μου, τι σου συνέβη; Κείτεσαι σαν να κοιμάσαι, και δεν αποκρίνεσαι στη μητέρα σου. Βλέπω πραγματικά σ’ εσένα παράξενο και τον ύπνο· διότι η όψη και το πρόσωπο σου είναι πελιδνό, τα μάτια σου δεν ησυχάζουν στις κόγχες τους, τα πόδια σου κύρτωσαν. Πες μου, αν εσύ είσαι ο Άβελ, που γεννήθηκες από τα σπλάχνα μου, ή έγινες αλλιώτικος; Γιατί λοιπόν σιωπάς έτσι και δε μιλάς στη μητέρα σου; Αν όχι άλλο, τουλάχιστον σπλαχνίσου τις πηγές των δακρύων μου, και τους μαστούς που θήλασες, και απάντησε μου. Ποια είναι αυτή η παράξενη και αβάστακτη θέα; Εσύ, Άβελ, σιωπάς και δε μιλάς στη μητέρα σου, και εγώ με θρήνους επιστρέφω στον Αδάμ. Θα κλαίω λοιπόν στο εξής και θα θρηνώ εσένα, παιδί μου, διότι τόσο ξαφνικά αρπάχθηκες, σαν σπουργίτι, από την αγκαλιά μου».
Έπειτα, αφού στράφηκε στον Κάιν, λέει· «Εσύ γιατί στενάζεις και τρέμεις και ταράζεσαι σαν το φύλλο από τον άνεμο; Γιατί επίσης δε στέκεσαι στα πόδια σου και γιατί τα ενδύματα σου είναι κόκκινα; Από που επίσης και το χέρι σου στάζει αίμα; Θεέ, τι είναι αυτό το πρωτόφαντο θέαμα!».
Και προς τον Κάιν έλεγε· «Μήπως εξαπάτησε και σένα ο Διάβολος και σε οδήγησε στην αδελφοκτονία, όπως εξαπάτησε και μένα; Σε είδε λοιπόν και σένα και σε έκανε φονιά και δολοφόνο του Άβελ;».
Αλίμονο, καταστράφηκα! Με τι μάτια θα δω τον γέρο Αδάμ και ποια λόγια θα πω σ’ αυτόν; Αν αναφέρω το γεγονός, και τον Άβελ δε θα τον ωφελήσω και τον Κάιν θα τον κατηγορήσω. Πώς άλλωστε θα γίνω κατήγορος για το σπλάχνο μου; Αυτού σπλαχνίζομαι τη ζωή, και εκείνου θρηνώ τον θάνατο· αυτός στέκεται στενάζοντας και τρέμοντας, και εκείνος κείτεται αμίλητος, αλλά φωνάζει το αίμα· και η μητέρα δεν είναι πια μητέρα, και αυτή, που χαίρονταν για τα παιδιά της, λυπάται. Τι να κάνω και τι να πω; Να λυπηθώ τον Αδάμ, διότι σκάβοντας τη γη με τη δικέλλα και μοχθώντας, θα φάει το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του; (Πρβλ. Γεν. 3, 19).
Ας κλάψω πραγματικά τον εαυτό μου, διότι το παιδί που γέννησα με πόνους έπεσε, όπως πέφτει ο άγουρος καρπός από τον άνεμο· και όπως εμείς δεχθήκαμε καρπό από το δένδρο της απάτης (Γεν. 3, 6), έτσι και αυτός πλανήθηκε από το δένδρο της απάτης· διότι και αυτόν τον σκότωσε και τον εαυτό του στέρησε από τη ζωή· διότι πρώτος αυτός έδειξε τον θάνατο και πρώτος αυτός έγινε εξηγητής της απειλής του Θεού (Πρβλ. Γεν. 2, 17). Επειδή τον γέννησα αυτόν εξαιτίας της παράβασης, έδειξε τον φθόνο για τον Άβελ.
Αλίμονο, παιδί μου Άβελ, δε θα έρθεις άλλο στον πατέρα σου φέρνοντας αρνί· δε θα τραγουδήσεις πια εκείνη την υπαίθρια μελωδία· δε θα ξενυχτήσεις άλλο φυλάγοντας τα κοπάδια σου· δε θα στέκεσαι άλλο στις κορυφές των βουνών, για να θαυμάζεις τα παιχνίδια των αρνιών· δε θα αρμέγεις τους μαστούς των προβατίνων, για να πάρεις το γάλα!
Αιτία γι’ αυτή τη συμφορά μου δεν έγινε το φίδι (Πρβλ. Γεν. 3, 13), ούτε το δένδρο (Πρβλ. Γεν. 3, 6), αλλά η εχθρική διάθεση προς τον νόμο του Θεού· τρύγησα δηλαδή την έχθρα, και τρύγησα τον θάνατο. Θρηνώ το γέννημα μου, επειδή έχασα τον “κατά φύσιν” γιο μου. Επειδή αρνήθηκα τον “κατά χάριν’’ Πατέρα μου, έχασα τον παράδεισο και βρήκα τον θάνατο. Από τον παράδεισο πήρα τον καρπό και τον έφαγα, και από τον θάνατο κέρδισα τη λύπη. Με έδιωξε ο παράδεισος, και με πήρε ο θάνατος. Επειδή έφαγα τον καρπό του δένδρου (Γεν. 3, 12), τρύγησα τον θάνατο».
Αλλά σταματώντας τον λόγο, αγαπητοί, ας αναπέμψουμε δοξολογία στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Οσίου Εφραίμ του Σύρου. Έργα. τ. Ζ΄.
μετ. Κωνσταντίνου Γ. Φραντζολά.
εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, εκδ. Α΄ 1998.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου