ΑΡΧΙΚΗ

Η προπαγάνδα του διαλόγου αγάπης συνεχίζεται ... και το ποίμνιο κοιμάται στον υπνο του δικαίου

ΜΠΗΚΑΝ ΟΙ ΛΥΚΟΙ ΣΤΟ ΜΑΝΤΡΙ 

 QUO VADIS? Από τον Θεολογικό Διάλογο των Εκκλησιών στον διάλογο ζωής των πιστών




π. Αυγουστίνος Μπαϊραχτάρης

Καθηγητής Π.Α.Ε.Α.Κ. Ορθοδόξου Θεολογίας και Οικουμενικού Διαλόγου

Με αφορμή την πρόσφατη συνάντηση της Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Αγγλικανών, που έλαβε χώρα στην Αλεξάνδρεια πριν από μερικές μέρες, καταθέτουμε τις κάτωθι σκέψεις ως τροφή στον υφιστάμενο θεολογικό διάλογο μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών.

Για πολλά χρόνια το ζήτημα της ενότητας των Χριστιανών ήταν ένα θέμα που απασχολούσε μόνον τις ιεραρχίες των Εκκλησιών ή τους θεολόγους με επιστημονική εξειδίκευση στον τομέα της οικουμενικής κίνησης, ενώ σχεδόν ποτέ δεν μεταφερόταν ως προβληματισμός στους απλούς χριστιανούς – μέλη των τοπικών Εκκλησιών. Για πολλά χρόνια οι Εκκλησίες έχτιζαν ολοένα και μεγαλύτερα, ολοένα και ψηλότερα, τείχη διαίρεσης, προκειμένου να απαγορεύουν στους πιστούς τους να επικοινωνούν με τους γείτονές τους. Η άγνοια, η ακόμη ακόμη και η περιφρόνηση του έτερου χριστιανού, σχισματικού ή αιρετικού, ήταν ο κανόνας. Ωστόσο, ο 20ος αιώνας έφερε μια διαφορετική πνοή ανανέωσης στις σχέσεις μεταξύ των Εκκλησιών. Η θεμελίωση του διαχριστιανικού θεολογικού διαλόγου οδήγησε ουσιαστικά τις Εκκλησίες να κινηθούν εκτός της ομολογιακής τους απομόνωσης και εκτός της εσωτερικής δογματικού τύπου ασφάλειας που ένιωθαν. Η οικουμενική συνείδηση των χριστιανών ενισχύθηκε από την αλλαγή της μεθοδολογίας του διαλόγου, καθώς εγκαταλείφθηκε η παλαιότερη μορφή της συγκριτικής στείρας θεολογικής αντιπαράθεσης, θέτοντας στο κέντρο του κύκλου το πρόσωπο του Ιησού και στην περιφέρεια τις ίδιες οι Εκκλησίες. Πλέον στόχος των θεολογικών διαλόγων δεν είναι ούτε ο προσηλυτισμός, ούτε η κυριαρχία του ενός μέρους έναντι του άλλου, αλλά η τίμια ενότητα μεταξύ των ανθρώπων σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου ίνα πάντες εν ώσι. Συνεπώς, ο θεολογικός διάλογος δεν βασίζεται στην επιστροφή των άλλων στην Ορθόδοξη, στην Ρωμαιοκαθολική, στην Αγγλικανική, ή στη Λουθηρανική κλπ. παράδοση, αλλά στην επιστροφή όλων στην κοινή εκκλησιαστική παράδοση των δέκα πρώτων αιώνων και στην κοινή εκκλησιαστική πίστη των επτά Οικουμενικών Συνόδων.

Ποια λοιπόν μπορεί να είναι η πορεία και το μέλλον των θεολογικών διαλόγων που διεξάγει η Ορθόδοξος Εκκλησία με τις έτερες χριστιανικές Εκκλησίες και Ομολογίες; Πού αποβλέπουν και ποιός είναι ο τελικός σκοπός αυτών; Το δύσκολο ερώτημα στο οποίο οι Ορθόδοξες Εκκλησίες καλούνται ν’ απαντήσουν είναι το εξής: τι πρέπει να γίνει, ώστε ο Χριστιανικός κόσμος να κινηθεί ενεργά προς την ορατή ενότητα; Τι είναι αυτό που μπορούν να προσφέρουν οι έτερες Χριστιανικές Εκκλησίες και Ομολογίες στην Ορθοδοξία και τι είναι αυτό που μπορεί να προσφέρει η Ορθοδοξία στον λοιπό Χριστιανικό κόσμο; Δεν είναι δυνατόν να μιλούμε για τη σημασία της σταυρικής θυσίας και ανάστασης του Κυρίου, για την αγάπη προς το πλησίον, για τη μεταμορφωτική δυναμική της προσευχής, για τη σωτηρία του σύμπαντος κόσμου και την εσχατολογική συμπερίληψη των πάντων και όλα αυτά τα στοιχεία να μην τα προβάλλουμε, αλλά να τα στερούμε από τον θεολογικό διάλογο μεταξύ των Εκκλησιών; Πώς περιμένουμε να λάβει χώρα στη ζωή μας η εν Αγίω Πνεύματι προκοπή και η ομοίωση με τον Χριστό, αν εμείς ως Ορθόδοξοι στερούμε τους εαυτούς μας, δηλαδή τους θησαυρούς μας, από τους άλλους και παράλληλα στερούμαστε ως Ορθοδοξία την ύπαρξη και την προσφορά των άλλων; Μπορεί να υπάρξει κάποια μορφή «αντίδοσης ιδιωμάτων» μεταξύ των ποικίλων Χριστιανικών παραδόσεων, χωρίς απορρόφηση ή μίξη, την στιγμή που υπάρχουν ομολογίες με διαμετρικά αντίθετες εκκλησιολογικές ή και λειτουργικές παραδόσεις; Εντός ποίου πλαισίου είναι δυνατόν ν’ αναπτυχθεί μία τέτοια αδελφότητα Εκκλησιών, ώστε να στερεωθεί η κοινωνία της πίστης κατά την δέηση του Χριστού «ίνα πάντες εν ώσι»;  Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, κατά τη γνώμη μας, είναι εκ των ων ουκ άνευ αναγκαία η καλλιέργεια μίας πνευματικότητας της κοινωνίας και ενός διαλόγου της ζωής, που θα θεμελιώνεται στην εκκλησιολογία των αδελφών Εκκλησιών και στην κοινή ζωή. 

Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι σύγχρονοι θεολογικοί διάλογοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποτελούν μια συνεπή συνέχεια των σχετικών αποφάσεων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του 2016, αποφάσεις που πάρθηκαν ομοφώνως και δεσμεύουν εν τω συνόλω την Ορθοδοξία, ασχέτως αν κάποιες ή κάποια Ορθόδοξη αυτοκέφαλη Εκκλησία αρνείται ν’ αποστείλει συστηματικά αντιπρόσωπο στις εργασίες αυτές.

Επίσης αναμφισβήτητο γεγονός, που καλούνται όλοι να αποδεχθούν, είναι ότι στο σύγχρονο γίγνεσθαι δεν είμαστε μόνοι μας! Υπάρχουν και άλλοι, ή μάλλον υπάρχουν κυρίως οι άλλοι, ειδικά όταν αναφερόμαστε στην εκκλησιαστική πραγματικότητα της Διασποράς, όπου σαφέστατα δεν υπάρχουμε μόνο εμείς! Απέναντι λοιπόν σ’ αυτή την πραγματικότητα και όταν το ζητούμενο είναι η σύμπνοια, η συνεργασία, η συμπρόοδος και η  συναλληλία μεταξύ των ανθρώπων αποτελεί αποτυχία η μη λειτουργία του θεολογικού διαλόγου ως μέσον καταλλαγής μεταξύ των Εκκλησιών ένεκα των διαφορών τους, πολλές από τις οποίες διαφορές δεν εντοπίζονται στον πυρήνα της πίστης και στο περιεχόμενο αυτής, αλλά στον τρόπο εκδίπλωσης της διδασκαλίας στην καθημερινότητα και στη λατρεία τους.

Μέσα λοιπόν στο οργανικό πλαίσιο των διαλόγων που διεξάγει η Ορθόδοξος Εκκλησία καλείται να αναπτύσσει εκ του παραλλήλου και την αρχή της ανεκτικότητας, η οποία συνδέεται με την αρετή της συνύπαρξης και της συνανάπτυξης. Η ανεκτικότητα θα λέγαμε ότι είναι ένας τρόπος ζωής και ένα σύστημα δράσης το οποίο βέβαια δεν λειτουργεί ανεξέλεγκτα και χωρίς όρια. Η ανεκτικότητα έχει χαρακτήρα οικουμενικό, πανανθρώπινο, καθολικό, και είναι μια αξία που υπερέχει κάθε διαφοράς που οφείλεται στο χρώμα, στη γλώσσα, στις πολιτισμικές ιδιοτυπίες, στις πολιτικές πεποιθήσεις ή στις θρησκευτικές διαφορές. Γι’ αυτό θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η επιδίωξη της επίτευξης της ανεκτικότητας μεταξύ των ανθρώπων έχει διττό στόχο: πρώτον επιδιώκει να υπερβαίνει μεγάλες ή μικρές διαφορές και δεύτερον ενεργοποιεί όλες τις αναγκαίες δυνάμεις που χρειάζονται για την πραγματοποίηση της αναγκαίας σύγκλισης για συνύπαρξη.

Για τον λόγο αυτό, ειδικά στην περίπτωση των διαχριστιανικών διαλόγων, όπως είναι ο θεολογικός διάλογος μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, ή Ορθοδόξων και Αγγλικανών, είναι επιβεβλημένο ν’ ακολουθείται η αρχή της εκκλησιαστικής οικονομίας, η οποία περισσότερο βιώνεται παρά ορίζεται. Συνάμα, η εφαρμογή της κατ’ οικονομίας αποτελεί ένα πανάρχαιο εκκλησιαστικό προνόμιο και δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να ταυτίζεται με την κατάργηση της έτερης εκκλησιαστικής αρχής της κατ’ ακρίβειας. Η οικονομία συνδέεται κυρίως με την αναστολή και την ανακοπή της ισχύος της ακρίβειας για λόγους φιλανθρωπίας και συγκαταβάσεως του Θεού προς τον άνθρωπο, ενώ εφαρμόζεται μόνο κατά περίπτωση για μεγαλύτερες ή μικρότερες αποκλίσεις από την ακριβή παράδοση, διδασκαλία ή πράξη. Ποτέ όμως η οικονομία ως αρχή δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ζητήματα πίστεως ή δόγματος. Η οικονομία χρησιμοποιείται είτε ως μέθοδος επαναφοράς αποσχισμένων χριστιανών στους κόλπους της Εκκλησίας, είτε ως αναγκαία προσπάθεια διαφύλαξης της εσωτερικής ενότητας και ειρήνευσης. Μ’ άλλα λόγια το κατ’ οικονομία δεν καταργεί το κατ’ ακρίβειαν. Αντιθέτως προσδίδει ευλυγισία και κύρος, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που η άκαμπτη ακρίβεια προξενεί βλάβες στη ζωή των ανθρώπων. Όπως και να έχει η αρχή της εκκλησιαστικής οικονομίας αποδίδεται στα μέλη της, είτε αυτά είναι αποστασιοποιημένα είτε είναι ενεργά.  

Η κατ’ οικονομία λοιπόν είναι μια συγκεκριμένη και όχι αόριστη ή απροϋπόθετη πράξη, παρεμβατικού χαρακτήρα, μέσω της οποίας η Ορθόδοξος Εκκλησία αντιμετωπίζει και ευθυγραμμίζει οποιαδήποτε έκρυθμη ή ανώμαλη κατάσταση που υφίσταται στο σώμα της ή στον ευρύτερο χώρο των σχέσεών της μ’ αυτούς που βρίσκονται εκτός αυτής. Η κατ’ οικονομία ορίζει θα λέγαμε τη χρυσή τομή ανάμεσα στο ιστορικό παρελθόν και στο ιστορικό παρόν με τρόπο πρωτότυπο και αποτελεσματικό, ώστε να εξασφαλίζεται η συνυπαρκτική ανεκτικότητα και αποδοχή όλων εκείνων που βρίσκονται μακριά από την Ορθοδοξία, είτε αυτοί είναι λίγοι είτε είναι πολλοί, ανάλογα βέβαια με τα συμβεβηκότα.

Μάλιστα, ο θεολογικός  διάλογος, διμερής ή πολυμερής, προσλαμβάνει άλλη μορφή και διάσταση αν τον εντάξουμε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο αντίληψης και κατανόησης του μυστηρίου της Εκκλησίας, αν και εφόσον δούμε τον διάλογο όχι ως έκφραση εξωστρέφειας, αλλά ως κίνηση εσωστρέφειας, όπου ξεδιπλώνεται το ευχαριστιακό βίωμα της κοινωνίας του ανθρώπου με τον Χριστό. Συνεπώς, ο διάλογος με την έτερη Εκκλησία αποκαλύπτεται ως μια μυσταγωγική πράξη επανένωσης των διεστώτων και όχι ως ιεραποστολική δράση. Γι’ αυτό οι συμμετέχοντες στον θεολογικό διάλογο καλούνται να προσέρχονται εμφορούμενοι από πνεύμα θυσίας και λυτρωτικής αγάπης, προκειμένου να συναντήσουν τον άλλο ως εικόνα Θεού και όχι ως αντικείμενο προσηλυτισμού.

Μ’ άλλα λόγια ο θεολογικός διάλογος είναι αναγκαίο να μην παρουσιάζεται ως μία διαδικασία μεθοδολογικής ή δογματικής αντιπαράθεσης μεταξύ αντιπροσώπων των ιστορικών Εκκλησιών, όπου η καθεμία πλευρά επιδιώκει να αναδιαμορφώσει ή να μεταπείσει την άλλη πλευρά για την ορθότητα των δικών της θεολογικών επιχειρημάτων, καθώς ένας τέτοιος διάλογος, που βασίζεται απλά στη σύγκριση, είναι καταδικασμένος σε αποτυχία εξ αρχής.

Αντιθέτως, ο θεολογικός  διάλογος θα πρέπει να αποτελεί μέρος της διαδικασίας της αυτοκριτικής και εν συνέχεια να εντάσσεται στο μυστήριο της φύσης της Εκκλησίας, όπου η ενότητα των μελών αποτελεί ταυτόχρονα αίτιο και αιτιατό τόσο της μεταξύ τους κοινωνίας, όσο και με τον Χριστό, μία κοινωνία που πραγματοποιείται ευχαριστιακά στον χώρο της Εκκλησίας. Δηλαδή ο θεολογικός  διάλογος οφείλει να έχει ως πηγή προέλευσης την φύση της Εκκλησίας: την εκκλησιολογία, τη δογματική διδασκαλία, την ποιμαντική και τη λατρεία αυτής.

Επίσης, ο θεολογικός  διάλογος για να είναι αποτελεσματικός δεν πρέπει να είναι ούτε ουτοπικός, ούτε θαυμαστής ενός ένδοξου παρελθόντος αγνοώντας το ιστορικό σήμερα. «Σκεφθήκαμε αλήθεια καμιά φορά στα σοβαρά τι είναι ή τι μπορεί να είναι ένας ετερόδοξος χριστιανός που πιστεύει και λατρεύει τον Ιησού Χριστό κατά τρόπο διαφορετικό από εμάς; Πόσοι ζήσαμε από κοντά τους ετερόδοξους, να δούμε πώς προσεύχονται, πώς ελεούν, πώς περνούν την καθημερινή βιοπάλη τους, πώς αμαρτάνουν, πώς μετανοούν; Ποιός μας δίνει το δικαίωμα να διαγράφουμε ως ανύπαρκτες πραγματικότητες αυτούς που αγνοούμε;». Τα παραπάνω λόγια του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού αποδεικνύουν ότι ο διάλογος καλείται να προσλαμβάνει το σήμερα, το εδώ και το τώρα, μεριμνώντας για τα προβλήματα και τις ποικίλες ανάγκες του σημερινού ανθρώπου. Επιπλέον, η ιστορία δεν είναι ένα στοιχείο που ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν, αλλά είναι ένα δυναμικό στοιχείο που ενώ διαδραματίζεται στο παρελθόν οι συνέπειές του επηρεάζουν το μέλλον μέσα από το εξελισσόμενο παρόν. Επομένως, οι Εκκλησίες ως ιστορικά παραδείγματα αναφοράς, αν και έχουν ιστορική ταυτότητα και προέλευση, ταυτόχρονα έχουν και ένα χαρακτήρα μυσταγωγικό, πράγμα που δεν πρέπει να λησμονείται στα πλαίσια των επίσημων θεολογικών διαλόγων.

Αυτό ακριβώς το πράγμα καταδεικνύουν οι λόγοι του αειμνήστου Γέροντος Μητροπολίτου Εφέσου Χρυσοστόμου: «Αι Εκκλησίαι θα ηδύναντο να λάβουν από κοινού θέσιν έναντι των ευρυτέρως απασχολουσών και συνθλιβουσών τον άνθρωπον καταστάσεων, θα μετείχον εμπραγμάτως, εμπειρικώς, ρεαλιστικώς εις τα προβλήματα και τους προβληματισμούς της συγχρόνου ζωής και θα παρείχον την θετικήν μαρτυρίαν των, δίδουσαι τρόπους αντιμετωπίσεως και λύσεως των ποικίλων κρίσεων εν τω κόσμω». Άρα γίνεται κατανοητό ότι είναι ανάγκη σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, ο επίσημος θεολογικός  διάλογος να διευρύνει τη θεματολογία του και να μην περιορίζεται στα ακραιφνή δογματικά ζητήματα, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι τα θέματα αυτά θα μείνουν στο περιθώριο. Ο θεολογικός  διάλογος είναι ικανός να φανερώσει στους πιστούς ότι κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει κανένας εχθρός μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών, πέρα των πνευματικών αντίρροπων δυνάμεων που αντιστέκονται στη βούληση του Θεού για την επικράτηση της εν Χριστώ καλής δημιουργίας και Βασιλείας των ουρανών επί της γης.

Οι χριστιανοί προσκαλούνται διά του διαλόγου να είναι ενωμένοι σε κάτι, και όχι ενωμένοι εναντίον κάποιων τρίτων, γιατί αυτό το κάτι στο οποίο είναι ενωμένοι είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος, ως πηγή της αγάπης που είναι, δεν μπορεί εκ φύσεως και δεν θέλει εξ βουλήσεως να ενεργεί με μίσος.Μια τέτοια προοπτική μπορεί να προσδώσει τα χαρακτηριστικά της φιλοξενίας και της ευρυχωρίας στον σύγχρονο διάλογο, επιτρέποντας τον άνθρωπο ν’ αναπνέει άνετα, ώστε να μην αισθάνεται ότι απειλείται από μία εκκλησιαστική αρχή η οποία ενεργεί εναντίον του με τρόπο δικανικό ή τιμωρητικό. Έτσι ο θεολογικός διάλογος βοηθάει στην εδραίωση της «ανθρωποφιλίας» (όρος του Μητροπολίτου Εφέσου Χρυσόστομου). Διαφορετικά, αν ο διάλογος αδρανήσει, διακοπεί ή τελματώσει, τότε χάνεται η ανθρωποφιλία και η κοινωνία οδηγείται στον απανθρωπισμό και στην εκμηδένιση της συναλληλίας μεταξύ των ανθρώπων.

Ως αντίδοτο στην κατάσταση αυτή είναι η παράλληλη με τους επίσημους θεολογικούς διαλόγους ανάπτυξη ανεπίσημων διαλόγων ζωής μεταξύ των πιστών μελών των Εκκλησιών, διαφορετικών παραδόσεων, ώστε ο θεολογικός διάλογος να μην αποτελεί ένα ζήτημα αποκλειστικά για ορισμένους θεολόγους, αλλά να γίνεται συνεχώς θέμα συζήτησης και ανταλλαγής εμπειριών μεταξύ των ίδιων των χριστιανών. Είναι ανάγκη ο θεολογικός διάλογος να επεκταθεί στο επίπεδο του απλού λαού, μέσα από την ανάπτυξη της πνευματικότητας της ενότητας (κάτι που πρεσβεύει το κίνημα Φοκολάρε της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας εδώ και πολλές δεκαετίες, βοηθώντας ουσιαστικά την λειτουργία του διαλόγου μεταξύ των δυο Εκκλησιών), διότι διαφορετικά αν ο λαός του Θεού δεν συμμετέχει στην όλη διαδικασία της ενότητας μεταξύ των Εκκλησιών, τότε τα όποια αποτελέσματα προκύπτουν από τους επίσημους θεολογικούς διαλόγους θα είναι μικρά, φτωχά, παροδικά και ανίσχυρα, καθώς θα στερούνται της λαϊκής προαίρεσης και αποδοχής. Η ενότητα μεταξύ των Εκκλησιών δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα πίεσης ή έκδοσης εγκυκλίου, παρά καρπός εργασίας του συνόλου του πληρώματος της Εκκλησίας. Επομένως, για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι αναγκαία η ενεργή συμμετοχή και του πιστού λαού, που θα ακολουθεί την σεβάσμια ιεραρχία. (Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί κατά τα τελευταία χρόνια η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η οποία στην επεξεργασία της εκκλησιαστικής αρχής της συνοδικότητας έχει καταφέρει να ενεργοποιήσει τα μέλη της σε ενοριακό και επισκοπικό επίπεδο παγκοσμίως.)

Μόνο αν οι σύγχρονοι Χριστιανοί αρχίσουν να πονούν, να κοπιάζουν, ν’ αγωνιούν και ν’ αγωνίζονται υπέρ του πλησίον, υπέρ του περιβάλλοντος, αλλά και υπέρ του κόσμου όλου, θα μπορέσουν και οι επίσημοι θεολογικοί διάλογοι να προσφέρουν ώριμους πνευματικούς καρπούς. Αναφέρει σχετικά ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος: «Οι μεταξύ μας ανθρώπινες σχέσεις δεν αγκαλιάζουν μόνον όλους τους συνανθρώπους μας, αλλά επεκτείνονται και σε όλη την κτιστή τάξη. Στην προοπτική τους περικλείουν όλον τον κόσμο… Δεν μπορεί να κατανοηθεί σωστά παρά μόνον υπό όρους «συνάντησις» και μόνο στο πλαίσιο του «μυστηρίου της κοινωνίας». Αυτό το μυστήριο της κοινωνίας πρέπει να διακονούν οι θεολογικοί διάλογοι. Γι’ αυτό οι συμμετέχοντες στον διάλογο δεν πρέπει ν’ αυτοσχεδιάζουν, αλλά να φανερώνουν το βίωμα της πίστης τους, ώστε με την παρουσία και τον λόγο τους να ομολογούν τα περί της Αγίας Τριάδας. Έτσι ο διάλογος θ’ αποκαλύπτει την Εκκλησία και η Εκκλησία θ’ αποκαλύπτεται μέσω του διαλόγου.

Ένας τέτοιος διάλογος ζωής μπορεί να βοηθήσει πραγματικά στην εξέλιξη των επίσημων θεολογικών διαλόγων και να λυτρώσει την Εκκλησία, απελευθερώνοντάς την από τα δεσμά, τα λάθη και τις παρεξηγήσεις του παρελθόντος, αν λειτουργήσει εσχατολογικά, και όχι μονοδιάστατα με όρους ιστορικούς, καθώς ο διάλογος ζωής είναι ικανός να επουλώνει πληγές, ν’ ακτινοβολεί τη λατρεία, να οδηγεί στη μετάνοια και να χορηγεί Πνεύμα αληθείας, οδηγώντας την Εκκλησία στην επιθυμία της ενότητας. Όπως η φύση της Εκκλησίας είναι ν’ αγκαλιάζει και να φέρνει σ’ αληθινή επι-κοινωνία τα μέρη της, έτσι ακριβώς και ο θεολογικός διάλογος μεταξύ των Εκκλησιών πρέπει να υπηρετεί τον ίδιο σκοπό. Η Εκκλησία είναι λοιπόν, γι’ αυτούς που γνωρίζουν, ο κόσμος του κόσμου και η όντως ζωή της ζωής. Από την άλλη μεριά αν ο θεολογικός διάλογος έχει τα χαρακτηριστικά ενός κοσμικού, πολιτικού ή διπλωματικού διαλόγου, τότε τι το διαφορετικό έχει να προσφέρει και τι είδους ανακούφιση, συμπαράσταση και ειρήνη έχει να δώσει στο σύγχρονο άνθρωπο; Η Εκκλησία και ο διάλογος (είτε αυτός είναι ακραιφνώς θεολογικός, είτε είναι διάλογος ζωής) πρέπει να διατηρήσουν τη σύνδεση μεταξύ θεσμού και χαρισματικότητας, διοίκησης και πνευματικότητας, ενότητας και πολλαπλότητας, αγάπης και αλήθειας.

Οɩ λύκοɩ του Αɩσώπεɩου μύθου



Ο λύκος, λέγει είχε πια γεράσει και δεν μπορούσε να τρέξει για να πιάσει το αρνί και να το φάγει.
Γι αυτό άλλαξε τακτική και έλεγε στο αθώο αρνί:
—Γιατί, καλό μου αρνάκι, να ζούμε μακρυά και χωρισμένοι; Πρέπει να ξεχάσουμε τα παλιά. Έλα
εδώ να ζούμε πια αγαπημένοι, αδελφωμένοι και να γίνομε ένα.
—Βεβαιότατα, τού απήντησε εκείνο. Αν έλθω μαζί σου , ασφαλώς θα γίνομε ένα, γιατί θα με φας
θα είμαι στην κοιλιά σου και δεν θα είμαστε τότε δύο, άλλα ένα!

  1. Διαβάστε περισσότερα  ΕΔΩ 
  2. ΔΙΑΒΑΣΤΕ  εδώ
  3. διαβάστε εδώ 
  4.  διαβάστε εδώ
  5. ΔΙΑΒΑΣΤΕ  ΕΔΩ 
  6. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ

 ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Οɩ λύκοɩ του Αɩσώπεɩου μύθου ΜΕΡΟΣ Ε 

 

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Οɩ λύκοɩ του Αɩσώπεɩου μύθου ΜΕΡΟΣ Δ 

 

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Οɩ λύκοɩ του Αɩσώπεɩου μύθου ΜΕΡΟΣ Γ 


ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Οɩ λύκοɩ του Αɩσώπεɩου μύθου ΜΕΡΟΣ Β 


ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: Οɩ λύκοɩ του Αɩσώπεɩου μύθου ΜΕΡΟΣ Α


ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η προπαγάνδα του διαλόγου αγάπης συνεχίζεται ... και το ποίμνιο κοιμάται στον υπνο του δικαίου

ΜΠΗΚΑΝ ΟΙ ΛΥΚΟΙ ΣΤΟ ΜΑΝΤΡΙ    QUO VADIS? Από τον Θεολογικό Διάλογο των Εκκλησιών στον διάλογο ζωής των πιστών

Δημοφιλείς αναρτήσεις