ΟΜΙΛΙΑ Δ΄
ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΗ΄ ΨΑΛΜΟ
«Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ· ἐξοδίου σκηνῆς».
1. Ο εικοστός όγδοος ψαλμός έχει βέβαια και την κοινή επιγραφή· διότι λέει· «Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ»· έχει όμως και κάτι το ιδιαίτερο· διότι βρίσκεται πλησίον της επιγραφής και το «ἐξοδίου σκηνῆς». Τι σημαίνει αυτό; Πρέπει πρώτα να σκεφθούμε τι σημαίνει το «εξόδιον» και ποια είναι η σκηνή*, για να δυνηθούμε να εισέλθουμε στο νόημα του ψαλμού.
* Τις λέξεις σκηνή και αυλή ο Μέγας Βασίλειος τις εκλαμβάνει ως ταυτόσημες. Και αυτό φαίνεται, διότι ενώ στην αρχή εξηγεί το «σκηνής εξοδίου», καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μόνο στην αυλή του Κυρίου αρμόζει να λατρεύουμε τον Θεό. Για τους Εβραίους ήταν δύο διαφορετικοί χώροι, για τους Χριστιανούς όμως αμφότερα σημαίνουν τον ιερό χώρο της λατρείας.
Σε σχέση με την ιστορία λοιπόν φαίνεται ότι το παράγγελμα αυτό δίνεται στους ιερείς και τους λευίτες οι οποίοι παραμέλησαν το έργο τους, ώστε να ενθυμηθούν αυτά που οφείλουν να προετοιμάσουν για την λατρεία. Όταν λοιπόν εξέρχονταν από την σκηνή και πορεύονταν ο λόγος διακήρυσσε εκείνα τα οποία έπρεπε να προετοιμάσουν και τι να έχουν μαζί τους για την συνέχεια της πομπής· ότι πρέπει να έχουν, «υιούς κριών», «δόξαν και τιμήν», «δόξαν ονόματι αυτού»· και δεν αρμόζει πουθενά αλλού να λατρεύουν τον Θεό παρά μόνο στην αυλή του Κυρίου και στον τόπο του αγιάσματος.
Σε σχέση όμως προς τον δικό μας νου, ο οποίος ερευνά τα υψηλά και μας εξοικειώνει προς τον νόμο δια των μεγαλοφυών νοημάτων που αρμόζουν στην θεία Γραφή, τα εξής πρέπει να καταλάβουμε· ούτε ο κριός σημαίνει το αρσενικό πρόβατο, ούτε η σκηνή το οίκημα το οποίο κατασκευάζεται από την άψυχη αυτή ύλη, ούτε η έξοδος από την σκηνή είναι η αναχώρηση από τον ναό, αλλά σκηνή για εμάς είναι αυτό το σώμα, καθώς μας δίδαξε ο απόστολος λέγοντας, ότι «Οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν (Β΄ Κορ. 5, 4).
Και πάλι ο ψαλμός· «Καὶ μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ τῷ σκηνώματί σου» (Ψαλ. 90, 10). Έξοδος δε από την σκηνή είναι η αναχώρηση από την ζωή αυτή, για την οποία ο λόγος μας παρακινεί να προετοιμαζόμαστε, προσφέροντες στον Κύριο αυτά και αυτά, επειδή βέβαια η εδώ εργασία είναι εφόδιο για το μέλλον. Και εκείνος ο οποίος εδώ προσφέρει στον Κύριο δόξα και τιμή δια των αγαθών έργων, αυτός θησαυρίζει για τον εαυτό του στην δίκαιη ανταπόδοση του κριτή δόξα και τιμή.
Σε πολλά επίσης αντίγραφα βρήκαμε γραμμένο επί πλέον και το εξής «Ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ, υἱοὶ Θεοῦ». Δεν είναι ευπρόσδεκτο το δώρο του καθενός στον Θεό, αλλά εκείνου που το προσφέρει από καθαρή καρδιά. Διότι λέει· «Οὐκ ἁγναί εὐχαὶ ἀπὸ μισθώματος ἑταίρας» (Παροιμ. 19, 13) και πάλι ο Ιερεμίας λέει· «Μὴ εὐχαί καὶ κρέα ἅγια ἀφελοῦσί σου τὰς κακίας, ἢ τούτοις ἔσῃ καθαρός;»* (Ιερ. 11, 15).
* Το χωρίο στους Εβδομήκοντα έχει· «ἢ ταύταις διαφεύξῃ», αντί του «ἢ τούτοις ἔσῃ καθαρός».
Γι’ αυτό ο ψαλμός προηγουμένως θέλει να είμαστε παιδιά του Θεού και έπειτα να προσέλθουμε για να προσφέρουμε τα δώρα στον Θεό, και αυτά να είναι όχι τυχαία, αλλά εκείνα που αυτός διέταξε. Πες προηγουμένως, Πάτερ, και έπειτα ζήτησε άλλα πράγματα*. Εξέτασε δε τον εαυτό σου, από ποιο είδος ζωής προήλθες· εάν είσαι άξιος να ονομάζεις τον άγιο Θεό πατέρα σου. Ο αγιασμός είναι το μέσο για να πλησιάσουμε τον άγιο. Εάν θέλεις να είσαι παντοτινός υιός του αγίου, να σε υιοθετήσει ο αγιασμός.
* Εδώ έχει υπ’ όψη του την Κυριακή προσευχή, Ματθ. 6, 9 έ.
Προσφέρετε λοιπόν στον Κύριο, όχι ο οποιοσδήποτε, ούτε κανείς από τους τυχαίους, αλλά τα παιδιά του Θεού. Μεγάλα δώρα πρόκειται να ζητήσει· γι’ αυτό εκλέγει και μεγάλους δωρητές. Για να μη σου στρέψει λοιπόν τις σκέψεις προς τα γήινα, μήτε να σε κάνει να ζητείς κριό, το άλογο αυτό τετράποδο και βελαστικό ζώο, ώστε να περιμένεις από την θυσία αυτού να εξευμενίσεις τον Θεό, λέει· «Ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ, υἱοὶ Θεοῦ».
Δεν χρειάζεται δηλαδή υιό, για να προσφέρει υιό ως θυσία, αλλά εάν είναι κάτι μεγάλο ο υιός, μεγάλο αρμόζει να είναι και το προσφερόμενο και αντάξιο της διαθέσεως του υιού και της πατρικής αξίας. Λέει λοιπόν, «προσφέρετε υιούς κριών»· ώστε και αυτοί που προσφέρονται από εσάς από υιοί κριών να μεταβληθούν και να γίνουν υιοί Θεού.
2. Ο κριός λοιπόν είναι ζώο ηγεμονικό, που οδηγεί τα πρόβατα σε βοσκοτόπια θρεπτικά και σε ανακουφιστικούς τόπους υδάτων, και πάλι στις μάνδρες και τους στάβλους. Τέτοιοι πρέπει να είναι και οι αρχηγοί της ποίμνης του Χριστού· να οδηγούν μεν σε ωραίες και ευωδιαστές τροφές της πνευματικής διδασκαλίας και να ποτίζουν με το ζωντανό νερό δια της δωρεάς του Πνεύματος και να εξυψώνουν και εκτρέφουν, ώστε να καρποφορούν· να οδηγούν δε και σε ανάπαυση και να τα ασφαλίζουν από τους εχθρούς.
Τους υιούς λοιπόν αυτών θέλει ο λόγος του Κυρίου να προσφέρουν οι υιοί του Θεού. Εάν λοιπόν κριοί είναι εκείνοι που προηγούνται των υπολοίπων, τότε υιοί αυτών είναι όσοι μορφώνονται με την διδασκαλία των προεστώτων, ώστε να ζουν τον ενάρετο βίο δια της προθυμίας στα καλά έργα. Λοιπόν· «Ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ, υἱοὶ Θεοῦ, ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ υἱοὺς κριῶν». Κατανόησες με ποιον συνομιλεί; Κατάλαβες για ποια πράγματα;
«Ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ», λέει, «δόξαν καί τιμήν».
Πώς λοιπόν εμείς που είμαστε γη και στάχτη (Γέν. 18, 27) θα προσφέρουμε στον μεγάλο Κύριο δόξα; Πώς θα προσφέρουμε τιμή; Δόξα μεν δια των καλών έργων, όταν λάμπουν τα έργα μας μπροστά στους ανθρώπους, ώστε να δουν οι άνθρωποι τα έργα μας και να δοξάσουν τον ουράνιο Πατέρα μας (Ματθ. 5, 16). Και με την σωφροσύνη και τον αγιασμό που πρέπει να έχουν εκείνοι που ομολογούν την ευσέβεια, είναι δυνατόν να δοξάζεται ο Θεός σύμφωνα προς την προτροπή του Παύλου που λέει· «Δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τοῖς μέλεσιν ὑμῶν» (Α΄ Κορ. 6, 20).
Αυτήν την δόξα ζητεί ο Κύριος από εκείνους που πιστεύουν σ’ αυτόν και έχουν τιμηθεί με το χάρισμα της υιοθεσίας. Διότι λέει· «Υιός δοξάζει πατέρα» και, «Εἰ πατήρ εἰμι ἐγώ, ποῦ ἐστιν ἡ δόξα μου;» (Μαλ. 1, 6). Προσφέρει δε τιμή στον Θεό εκείνος, που όπως λένε οι Παροιμίες τιμά τον Θεό με τους δίκαιους κόπους του και με τις απαρχές των καρπών της δικαιοσύνης του (Παροιμ. 3, 9). Και ο καθένας που θεολογεί με την αρμόζουσα τάξη, ώστε να μη ξεφεύγει από την ορθή αντίληψη περί Θεού και περί της θεότητος του Μονογενούς, και περί της δόξας του αγίου Πνεύματος, αυτός προσφέρει δόξα και τιμή στον Κύριο.
Αυξάνει ακόμη την δόξα εκείνος που δύναται να ερμηνεύσει τους λόγους κατά τους οποίους δημιουργήθηκαν τα σύμπαντα και κατά τους οποίους συγκρατούνται με την πρόνοια του, που φθάνει μέχρι των μικρότατων κτισμάτων, και κατά τους οποίους μετά το παρόν στάδιο του θείου σχεδίου θα οδηγηθούν σε κρίση. Εκείνος που με δυνατούς και καθαρούς λογισμούς μπόρεσε να κατανοήσει το καθένα από αυτά, και αφού τα κατανόησε ο ίδιος, μπόρεσε να παρουσιάσει και στους άλλους τα σχετικά με την αγαθότητα του Θεού και την δίκαιη κρίση του, αυτός είναι εκείνος που προσφέρει δόξα και τιμή στον Κύριο, όπως και αυτός που ζει ζωή αρμόζουσα προς αυτήν την κατανόηση.
Το φως ενός τέτοιου ανθρώπου λάμπει μπροστά στους ανθρώπους και δοξάζεται ο ουράνιος Πατέρας και με τα λόγια και με τα έργα και με τα παντός είδους ανδραγαθήματα. Δεν προσφέρει δε δόξα και τιμή στον Κύριο εκείνος που συγκινείται από την ανθρώπινη δόξα· ούτε εκείνος που δίνει μεγάλη αξία στο χρήμα· ούτε εκείνος που προτιμά τις ηδονές του σώματος· ούτε εκείνος που θαυμάζει δόγματα ξένα προς την θεοσέβεια. Όπως λοιπόν με τα καλά έργα προσφέρουμε δόξα στον Κύριο, έτσι με τα πονηρά έργα πράττουμε το αντίθετο.
Διότι στους αμαρτάνοντες τι λέει; «Τὸ ὄνομά μου δι’ ὑμᾶς βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔθνεσι» (Ησ. 52, 5. Ρωμ. 2, 24). Και πάλι ο απόστολος «Διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἀτιμάζεις» (Ρωμ. 2, 23). Είναι βλασφημία προς τον νομοθέτη η περιφρόνηση και η παραθεώρηση των νόμων. Και όταν μία οικία κυβερνάται κακώς, και υπάρχει σ’ αυτήν θυμός και κραυγή, ύβρις και γέλως, απόλαυση και ασωτία, ακαθαρσία και ασέλγεια, η ατιμία και η ντροπή των πράξεων επανέρχεται στον αρχηγό αυτής.
Είναι επόμενο να καταλάβουμε και εμείς, ότι, όπως με τα αγαθά έργα δοξάζεται ο Θεός, έτσι με τα πονηρά δοξάζεται ο εχθρός. Διότι, όταν «ἄρας τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω μέλη πόρνης» (Α΄ Κορ. 6, 15), μεταφέρω την δόξα από τον σωτήρα μου στον καταστροφέα μου. Και ο άπιστος μεταβάλλει «τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν εἰκόνι φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν» (Ρωμ. 1, 23) που ζουν επί της γης.
Και εκείνος που σέβεται και λατρεύει την κτίση και όχι τον κτίστη (Ρωμ. 1, 25), δεν προσφέρει δόξα στον Θεό, αλλά στα κτίσματα. Ώστε εκείνος που κάτι το ονομάζει κτίσμα και έπειτα το προσκυνεί, ας γνωρίζει που και αυτός θα ταχθεί (Λουκ. 12, 46). Ας φοβηθούμε λοιπόν μήπως προσφέροντες με την αμαρτία μας δόξα και καύχημα στον διάβολο, παραδοθούμε μαζί του στην αιώνια ντροπή. Το ότι δε η αμαρτία μας δοξάζει εκείνον που την ενεργεί δια μέσου ημών, κατανόησε αυτό που λέω με την εξής εικόνα.
Δύο στρατηγοί βρίσκονται σε πόλεμο μεταξύ τους και όταν νικά το ένα τάγμα, την δόξα λαμβάνει ο στρατηγός αυτού του τάγματος· όταν επικρατεί το αντίθετο τάγμα, πάλι η τιμή μεταβιβάζεται στον στρατηγό εκείνου. Έτσι λοιπόν με τα αγαθά σου έργα εκείνος που δοξάζεται είναι ο Κύριος και με τα αντίθετα ο αντίθετος. Και μη σκέπτεσαι ότι είναι μακριά οι εχθροί, και μη φαντάζεσαι σε μακρινή απόσταση τους στρατηγούς· αλλά εξέτασε τον εαυτό σου και θα βρεις όλη την αλήθεια της εικόνας.
Διότι, όταν ο λογισμός παλεύει με το πάθος, εάν μεν επικρατήσει του πάθους δια της σταθερότητος και προσοχής, λαμβάνει το βραβείο της νίκης κατά του πάθους και κατά κάποιον τρόπο στεφανώνει δια του εαυτού του τον Θεό. Όταν όμως ο λογισμός αδυνατίσει και υποκύψει στην ηδονή, γίνεται δούλος και αιχμάλωτος της αμαρτίας και προσθέτει στον εχθρό καύχημα και έπαρση και αφορμή υπερηφανείας.
3. «Προσκυνήσατε τῷ Κυρίῳ ἐν αὐλῇ ἁγίᾳ αὐτοῦ».
Μετά από τους καρπούς που ζητεί ο Κύριος, είναι αναγκαία η προσκύνηση. Προσκύνηση δε όχι έξω από την εκκλησία, αλλά αυτή που τελείται σ’ αυτήν την αυλή του Θεού. Μη μου επινοείτε, λέει, ιδιαίτερες αυλές και συναγωγές. Μία είναι η αγία αυλή του Θεού. Ήταν προηγουμένως αυλή η συναγωγή των Ιουδαίων· αλλά μετά την αμαρτία που διέπραξαν στον Χριστό κατάντησε «η αυλή τους έρημος» (Ψαλ. 68, 26). Γι’ αυτό και ο Κύριος λέει· «Και άλλα πρόβατα έχω, α ουκ έστιν εκ της αυλής αυτής» (Ιω. 10, 16).
Εννοεί εκείνους από τους εθνικούς που είναι προορισμένοι να σωθούν και δείχνει μία δική του αυλή εκτός από την αυλή των Ιουδαίων. Δεν αρμόζει λοιπόν να προσκυνεί κανείς τον Θεό έξω από την αγία αυτήν αυλή, αλλά ευρισκόμενος μέσα σ’ αυτήν· μήπως ευρισκόμενος κανείς έξω από αυτήν και παρασυρόμενος από εκείνους που είναι έξω από την αυλή χάσει το προνόμιο να είναι στην αυλή του Κυρίου.
Διότι πολλοί στέκονται σε στάση προσευχής, δεν είναι όμως μέσα στην αυλή, επειδή περιφέρεται ο νους τους και αποσπάται η σκέψη τους από την πρόσκαιρη φροντίδα. Είναι όμως δυνατόν με υψηλότερη ακόμη έννοια να καταλάβουμε ως αυλή την επουράνια ζωή. Γι’ αυτό εκείνοι που είναι «πεφυτευμένοι ἐνταῦθα ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου» (Ψαλμ. 91, 14)», ο οποίος είναι «Ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος» (Α΄ Τιμ. 3, 15) εκεί «ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐξανθήσουσιν» (Ψαλ. 91, 14).
Εκείνος δε που κάνει θεό την κοιλία, ή την δόξα, ή το χρήμα ή κάτι άλλο, το οποίο τιμά περισσότερο από όλα, ούτε τον Κύριο προσκυνεί, ούτε είναι στην αυλή την αγία και αν ακόμη φαίνεται ότι είναι άξιος να βρίσκεται στις αισθητές συγκεντρώσεις.
«Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων».
Σε πολλά χωρία μπορείς να βρεις την λέξη «φωνή». Ώστε για να κατανοήσουμε, ποια είναι η φωνή του Κυρίου, αξίζει να συγκεντρώσουμε όσον μπορούμε από την θεία Γραφή αυτά που γράφονται περί της φωνής· όπως στην εντολή προς τον Αβραάμ «καὶ εὐθέως φωνὴ ἐγένετο λέγουσα· οὐ κληρονομήσει σε οὗτος» (Γεν. 15, 4). Και επί του Μωυσή· «Καί πᾶς ὁ λαὸς ἐώρα τὴν φωνὴν καὶ τὰς λαμπάδας» (Εξ. 20, 18). Και στον Ησαΐα «Πάλιν φωνὴ λέγοντος· βοήσον» (Ησ. 40, 6).
Σ’ εμάς λοιπόν η φωνή είναι, ή χτύπημα του αέρα, ή το είδος του θορύβου που γίνεται περί τον αέρα, προς το οποίο θέλει να διαμορφώσει την φωνή του ο ομιλητής. Τι λοιπόν είναι η φωνή του Κυρίου; Ποιον από τα δύο ως κτύπημα στον αέρα πρέπει να νοηθεί; Ή αέρας διαμορφωμένος που φθάνει στην ακοή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται ή φωνή; Ή μήπως τίποτε από αυτά τα δύο, αλλά μία άλλου είδους φωνή, την οποία φαντάζεται ο νους των ανθρώπων εκείνων, για τους οποίους θέλει ο Θεός να ακούσουν την δική του φωνή;
Ώστε η φαντασία αυτή έχει κάποιαν αναλογία προς όσα συμβαίνουν πολλές φοράς στα όνειρα. Διότι όπως στα όνειρα που βλέπουμε κατά τον ύπνο χωρίς να χτυπιέται ο αέρας ενθυμούμαστε κάτι από μερικά λόγια και φωνές, χωρίς να δεχθούμε την φωνή δια μέσου της ακοής, αλλά έχει αποτυπωθεί σ’ αυτήν την καρδιά μας, κάπως έτσι πρέπει να πιστεύσουμε ότι παρουσιάζεται η φωνή του Θεού στους προφήτες.
«Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων».
Όσον δε αφορά εις εκείνα που αντιλαμβανόμαστε, επειδή τα σύννεφα, όταν είναι γεμάτα από νερό, συγκρουόμενα μεταξύ των παράγουν ήχο και κρότο, λέει τότε «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων». Αλλά και εάν κάπου δημιουργηθεί κρότος από νερά τα οποία αναγκάζονται να διασχίσουν μερικά από τα αντίθετα ρεύματα, και εάν η θάλασσα έχει κύματα, διότι ταράσσεται από ανέμους και παράγει βίαιο ήχο, τότε τα άψυχα αυτά έχουν την φωνή τους από τον Κύριο και ο λόγος μας αποδεικνύει, ότι όλη η κτίση σχεδόν φωνάζει και αναγγέλλει τον δημιουργό της. Και εάν εκραγεί βροντή από τα σύννεφα, δεν πρέπει να νομίζουμε τίποτε άλλο, παρά ότι βρόντησε ο Θεός της δόξας, και ότι εκείνος που συγκρατεί μόνος του την υγρή φύση είναι Κύριος.
«Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν».
Έχουμε μάθει βέβαια στην διήγηση για την γένεση του κόσμου, ότι υπάρχει νερό επάνω από τους ουρανούς, νερό πάλι στην άβυσσο και άλλο νερό είναι επίσης τα συστήματα των θαλασσών. Ποιος λοιπόν είναι εκείνος που τα συγκρατεί αυτά και δεν τα αφήνει με την φυσική ροπή τους να πέσουν προς τα κάτω, παρά ο Κύριος ο οποίος είναι πανταχού παρών, ο οποίος έχει και την διακυβέρνηση των υδάτων; Ίσως όμως έχει και μυστική έννοια το, «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων», διότι, όταν βαπτίσθηκε ο Ιησούς, ήλθε φωνή από επάνω, ότι «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός» (Ματθ. 3, 17).
Διότι τότε ο Κύριος ήταν επάνω σε πολλά ύδατα, αγιάζοντας τα ύδατα δια του βαπτίσματος· ο δε Θεός της δόξας βρόντησε από επάνω με την μεγαλοφωνία της μαρτυρίας. Και σ’ αυτούς δε που βαπτίζονται η φωνή, την οποία άφησε ο Κύριος, λέει «Πορευθέντες βαπτίζετε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19). «Φωνή λοιπόν Κυρίου επάνω στα ύδατα».
Προκαλείται δε η βροντή, όταν ξηρός και ορμητικός άνεμος, που κλείσθηκε μέσα στις κοιλότητας νεφέλης και που εξ αιτίας της δυνάμεως περιστρέφεται μέσα στις κοιλότητας των νεφών, ζητεί διέξοδο προς τα έξω. Και εφ’ όσον μεν αντέχουν οι νεφέλες στην υπερβολική πίεση, παράγουν τον βίαιο εκείνον ήχο δια της προστριβής τους με τον άνεμο. Όταν δε όπως οι φούσκες παρατεντωθούν και δεν δύνανται να αντέξουν και να υπομείνουν περισσότερο τον άνεμο, βιαίως σπάζουν και με το να αφήνουν τον άνεμο να εξέλθει με την εκπνοή προς τα έξω παράγουν τον κρότο που ακούμε κατά τις βροντές.
Αυτό το ίδιο δημιουργεί και την αστραπή. Κύριος λοιπόν είναι εκείνος που βρίσκεται επάνω στα ύδατα και ενεργεί τους μεγάλους κρότους της βροντής, και ο οποίος με την απαλή φύση του αέρα δημιουργεί τόσο υπερβολικό κρότο. Είναι δε δυνατόν να ονομάζεις βροντή, κατά την εκκλησιαστική έννοια, και το κήρυγμα που γίνεται μετά το βάπτισμα με τον ζωντανό λόγο του Ευαγγελίου στις ψυχές αυτών που ήδη βαδίζουν προς την τελειότητα. Το ότι δε είναι βροντή το Ευαγγέλιο, το φανερώνουν οι μαθητές των οποίων το όνομα άλλαξε ο Κύριος και τους ονόμασε «υἱούς βροντῆς» (Μάρκ. 3, 17).
Γι’ αυτό δεν αρμόζει στον τυχόντα η ονομασία αυτής της βροντής, αλλ’ σ’ εκείνον που είναι άξιος να ονομάζεται τροχός. Διότι λέει «φωνὴ τῆς βροντῆς σου ἐν τῷ τροχῷ» (Ψαλ. 76, 19). Εάν κανείς δηλαδή προχωρεί συνεχώς προς τα εμπρός, όπως ο τροχός, και λίγο μόνο μέρος της γης εγγίζει, και είναι όλως διόλου σαν εκείνον περί του οποίου λέει ο Ιεζεκιήλ. «Καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ τροχὸς εἷς ἐπὶ τῆς γῆς ἐχόμενος τῶν ζώων τοῖς τέσσαρσιν. Καὶ τὸ εἶδος αὐτῶν καὶ ἡ ποίησις αὐτῶν ὡς εἶδος θαρσείς» (Ιεζ. 1, 15-16)
4. «ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε, Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν».
Ύδατα είναι και οι άγιοι, διότι ποταμοί ρέουν από την κοιλία τους (Ιω. 7, 38), δηλαδή, πνευματική διδασκαλία που ποτίζει τις ψυχές των ακροατών. Και πάλι, παίρνουν «ὕδωρ ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον» το οποίο σε όσους το πήραν καλώς γίνεται «πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ιω. 4, 14). Επάνω σε τέτοια ύδατα βρίσκεται ο Κύριος.
Ενθυμήσου δε και την ιστορία του Ηλία, όταν κλείσθηκε ο ουρανός επί τρία έτη και εξ μήνες· όταν ενώ ήταν καθαρός ο ουρανός επάνω στην κορυφή του Καρμήλου, άκουσε φωνή υδάτων πολλών· έπειτα και βροντή ακούστηκε από τα νέφη και βροχή έπεσε (Γ΄ Βασ. 18, 44). «Ο Κύριος λοιπόν επί υδάτων πολλών».
«Φωνὴ Κυρίου ἐν ἰσχύϊ».
Όπως παράγεται η φωνή στον τροχό, έτσι και ακούγεται η φωνή του Κυρίου με δύναμη. Εκείνος που σε όλα είναι δυνατός, διότι τον ενδυναμώνει ο Χριστός (Φιλ. 4, 13), αυτός ακούει τις εντολές του Κυρίου και τις εφαρμόζει. Η φωνή λοιπόν του Κυρίου δεν βρίσκεται στην αδύνατη και εξαχρειωμένη ψυχή, αλλά σε εκείνη που με ένταση και δύναμη εργάζεται το αγαθό.
«Φωνὴ Κυρίου ἐν μεγαλοπρεπείᾳ».
Η μεγαλοπρέπεια είναι αρετή εξαιρετικά μεγάλη. Εκείνος λοιπόν ο οποίος φέρει εις πέρας την διενέργεια μεγάλων πράξεων, αυτός ονομάζεται μεγαλοπρεπής. Όταν λοιπόν η ψυχή δεν υποδουλώνεται στο φρόνημα της σάρκας (Ρωμ. 8, 6) και αποκτά δύναμη και αξίωμα που της ταιριάζει, επειδή συναισθάνεται τα προσόντα που της δόθηκαν από τον Θεό, σ’ αυτήν φθάνει η φωνή του Κυρίου.
Όσοι λοιπόν έχουν μεγαλοφυείς έννοιες περί Θεού και μελέτησαν με υψηλόφρονα λογισμό, τους λόγους περί της δημιουργίας, και μπόρεσαν να εννοήσουν την αγαθότητα της προνοίας του Θεού σε μεγάλο βαθμό, και ακόμη δαπανούν άφθονα, και είναι μεγαλόδωροι στο να επανορθώνουν τις ανάγκες των αδελφών, αυτοί είναι οι μεγαλοπρεπείς, μέσα στους οποίους κατοικεί η φωνή του Θεού. Πράγματι ο μεγαλοπρεπής περιφρονεί όλα τα σωματικά, και κρίνει ότι τίποτε δεν είναι άξιο λόγου σε σύγκριση με τα αόρατα.
Καμμία περιπέτεια δεν θα στεναχωρήσει τον μεγαλοπρεπή· ουδόλως θα τον ταράξει κάποιο πάθος, ούτε θα τον συγκινήσουν αμαρτήματα φαύλων και αξιοκαταφρόνητων ανθρωπαρίων· ούτε θα τον ταπεινώσει ακαθαρσία σαρκική. Διότι δύσκολα πλησιάζουν σ’ αυτόν τα ταπεινωτικά πάθη, ούτε δύνανται να ατενίσουν σ’ αυτόν λόγω της υψηλής γνώμης.
Γίνεται λόγος επίσης και για κάποιαν μεγαλοπρέπεια του Θεού· όπως το «Ἐπήρθη ἡ μεγαλοπρέπειά σου ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν» (Ψαλ. 8, 2). Εκείνοι λοιπόν που φρονούν μεγάλα περί Θεού, αυτοί υπερυψώνουν την μεγαλοπρέπεια του.
5. «Φωνή Κυρίου συντρίβοντος κέδρους».
Η κέδρος άλλοτε μεν επαινείται στην Γραφή ως δένδρο στερεό και αντισηπτικό και ευωδιαστό και ικανό να χρησιμοποιηθεί για σκεπή· άλλοτε δε κατηγορείται ως άκαρπο και δύσκαμπτο, ώστε να αποδίδει πλήρως την εικόνα του ασεβούς. «Εἶδον γάρ τὸν ἀσεβῆ ὑπερυψούμενον καὶ ἐπαιρόμενον ὡς τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου» (Ψαλ. 36, 35). Σύμφωνα με την τελευταία σημασία έχει ληφθεί η λέξη εδώ.
Διότι «η φωνή του Κυρίου συντρίβει κέδρους». Όπως λοιπόν κατοικεί στην μεγαλοπρεπή ψυχή, έτσι λέγεται ότι θα συντρίψει εκείνους που φουσκώνουν μάταια, που υπερηφανεύονται δι’ εκείνα τα πράγματα του κόσμου αυτού που θεωρούνται άξια υπερηφανείας, για τον πλούτο, την δόξα, την εξουσία, την ομορφιά του σώματος, την δύναμη, την ισχύ.
«Καὶ συντρίψει Κύριος τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου».
Όσοι ανεβαίνουν σε ξένα πράγματα, και από εκείνα συγκεντρώνουν για τον εαυτό τους αλαζονεία, αυτοί είναι κέδροι του Λιβάνου. Διότι όπως οι κέδροι είναι βέβαια ψηλοί από μόνοι τους, γίνονται όμως ακόμη υψηλότεροι με την προσθήκη του όρους, διότι είναι φυτεμένοι επάνω σε υψηλό όρος, έτσι και εκείνοι που στηρίζονται στα φθαρτά πράγματα του κόσμου, είναι μεν κέδροι εξ αιτίας της αλαζονείας και της επάρσεως του νου τους, ονομάζονται δε και κέδροι του Λιβάνου, διότι χαίρονται για το ξένο ύψωμα και υψώνονται προς την αλαζονεία λόγω της γης και των γηίνων πραγμάτων, όπως οι κέδροι λόγω του ύψους της κορυφής του Λιβάνου.
Και δεν συντρίβει ο Κύριος όλους τους κέδρους, αλλά τους κέδρους του Λιβάνου. Επειδή λοιπόν ο Λίβανος είναι τόπος ειδωλολατρίας, όσες ψυχές υψώνονται κατά της γνώσεως του Θεού, αυτές ονομάζονται κέδροι του Λιβάνου και είναι άξιες συντριβής. Διότι υπάρχουν μερικοί κέδροι του Θεού τους οποίους σκεπάζουν τα αναρριχώμενα κλήματα της αμπέλου που μετεφέρθηκε από την Αίγυπτο καθώς μάθαμε από τους Ψαλμούς «ἐκάλυψεν ὄρη ἡ σκιὰ αὐτῆς, καὶ οἱ ἀναδενδράδες αὐτῆς τὰς κέδρους τοῦ Θεοῦ» (Ψαλ. 79, 11).
Επειδή λοιπόν κοντά στις άλλες περί Χριστού έννοιες ονομάζεται ο Κύριος μας και άμπελος, διότι λέει· «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα» (Ιω. 15, 5), κέδροι του Θεού είναι εκείνοι που προηγουμένως ήταν άκαρποι και κατάλληλοι για καύση, αφού δε ήλθαν κάτω από την σκέπη του Χριστού, και κατά κάποιον τρόπο ενδύθηκαν αυτόν, καλύπτουν με την χάρη του το άκαρπο της ζωής τους. Τους κέδρους του Θεού λοιπόν φυλάττουν καρποφόρα κλήματα που τους περιτύλιξαν· τους κέδρους του Λιβάνου όμως, τους συντρίβει ο Κύριος.
«Καὶ λεπτυνεῖ αὐτὰς ὡς τὸν μόσχον τὸν Λίβανον».
Ενθυμήσου τον μόσχο που αναφέρεται στην Έξοδο, τον οποίο έπλασαν κατά τον χρόνο της ειδωλολατρίας, τον οποίο ο Μωυσής λέπτυνε και πότισε τον λαό (Εξ. 32, 20). Όπως λοιπόν εκείνον τον μόσχο, έτσι κατά παρόμοιο τρόπο θα εξαφανίσει όλον τον Λίβανο και την συνήθεια της ειδωλολατρίας που επικρατεί σ’ αυτόν.
«Καὶ ὁ ἠγαπημένος ὡς υἱὸς μονοκερώτων».
Ο μονογενής Υιός, ο οποίος δίνει ζωή στον κόσμο, όταν προσφέρει τον εαυτό του θυσία και προσφορά στον Θεό (Εφ. 5, 2) για τις αμαρτίας μας, και αμνός Θεού ονομάζεται και πρόβατο. Διότι λέει· «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ» (Ιω. 1, 29). Και πάλι· «ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη» (Ησ. 53, 7). Όταν πάλι πρέπει να αμυνθεί και να γκρεμίσει την εξουσία που εμφανίζεται στο γένος των ανθρώπων, μίαν δύναμη θηριώδη και εξαγριωμένη, τότε ονομάζεται υιός μονοκερώτων [καὶ λεπτυνεῖ αὐτὰς ὡς τὸν μόσχον τὸν Λίβανον, καὶ ὁ ἠγαπημένος ὡς υἱὸς μονοκερώτων] (Ψαλμ 28, 6)
Όπως έχουμε μάθει στον Ιώβ ο μονόκερος* είναι ζώο ακαταμάχητο στην δύναμη και ανυπότακτο στους ανθρώπους. Διότι λέει· «Οὐ δήσεις αὐτὸν ἱμάντι, οὐδὲ κοιμηθήσεται ἐπὶ φάτνης» (Ιώβ 39, 9-10). Και πολλά λέγονται στο μέρος εκείνο της προφητείας περί της ελευθερίας του ζώου και του ανυπότακτου στους ανθρώπους (Ιώβ 39, 11-12). Και έχει παρατηρηθεί ότι με δύο σημασίες χρησιμοποιεί την εικόνα του μονόκερου η Γραφή· άλλοτε μεν προς έπαινο, άλλοτε δε προς κατηγορία. Διότι λέει· «Ῥῦσαι ἐκ ῥομφαίας τὴν ψυχήν μου, καὶ ἀπὸ κεράτων μονοκερώτων τὴν ταπείνωσίν μου» (Ψαλ. 21, 21-22).
* Ποιον ακριβώς είδος ζώου είναι, δεν γνωρίζουμε. Έχουν λεχθεί πολλά. Το πιθανότερο είναι, ότι είναι ο ρινόκερος, καθώς το ονομάζει και ο Ακύλας και η Vulgata.
Αυτά λέει κατηγορώντας τον πολεμοποιό λαό, ο οποίος επαναστάτησε εναντίον του κατά τον καιρό του πάθους. Πάλι λέει· «Ὑψωθήσεται ὡς μονοκέρωτος τὸ κέρας μου» (Ψαλ. 91, 11). Φαίνεται λοιπόν ότι εξ αιτίας της αμυντικής ικανότητος του ζώου λαμβάνεται πολλές φορές για την απεικόνιση των κακών, εξ αιτίας δε του υψηλού κέρατος και της αγάπης προς την ελευθερία αναφέρεται για την απεικόνιση του καλού.
Και γενικά επειδή σε πολλά μέρη της Γραφής το κέρας λαμβάνεται αντί της δόξας, όπως το «ὑψώσει κέρας λαοῦ αὐτοῦ» (Ψαλ. 148, 14), και «τὸ κέρας αὐτοῦ ὑψωθήσεται ἐν δόξῃ» (Ψαλ. 111, 9). ή και επειδή πολλές φορές λαμβάνεται το κέρας αντί της δυνάμεως όπως το «ὑπερασπιστής μου καὶ κέρας σωτηρίας μου» (Ψαλ. 17, 3), «Χριστὸς δέ Θεοῦ δύναμις» (Α΄ Κορ. 1, 24), γι’ αυτό επειδή έχει ένα κέρας, δηλαδή έχοντας μία δύναμη του Πατρός, μονόκερος ονομάζεται.
6. «Φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός».
Κατά την ιστορία των τριών παιδιών στην Βαβυλωνία, διακόπηκε η φλόγα της φωτιάς, όταν ξεχείλισε η κάμινος σε σαράντα εννέα πήχεις, και κατέκαιγε όλους που ήταν γύρω· αφού δε διακόπηκε με το πρόσταγμα του Θεού, δέχθηκε εντός αυτής αύρα, μία γλυκύτατη πνοή και αναψυχή, η οποία δόθηκε στους παίδες που βρίσκονταν σε ειρηνική κατάσταση σαν να ήταν σε κάποια σκιά δένδρων. Διότι λέει· «‘Εγένετο ὡσεὶ πνεῦμα δρόσου διασυρίζον» (Δανιήλ. Προσευχή Αζαρία, 26.).
Και πολύ πιο αξιοθαύμαστο είναι να διακοπεί η φύση της φωτιάς, παρά να διαιρεθεί η Ερυθρά θάλασσα σε δύο τμήματα. Αλλ’ όμως η φωνή του Κυρίου διακόπτει την φυσική συνέχεια και ενότητα της φωτιάς. Αν και φαίνεται ότι με ανθρώπινες επινοήσεις δεν τέμνεται και δεν διαχωρίζεται η φωτιά, όμως με το πρόσταγμα του Κυρίου διακόπτεται και διαχωρίζεται.
Νομίζω δε ότι η φωτιά που έχει ετοιμασθεί για την τιμωρία του διαβόλου και των αγγέλων αυτού διακόπτεται με την φωνή του Κυρίου· ώστε, επειδή υπάρχουν δύο δυνάμεις στην φωτιά, η καυστική και η φωτιστική, η μεν δριμεία και τιμωρητική δύναμη της φωτιάς να απομείνει στους άξιους να καούν, η δε λαμπρή και φωτιστική να δοθεί ως κλήρος για την χαρά εκείνων που θα ευφραίνονται. «Φωνή» λοιπόν «Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός» και διαχωρίζοντας ώστε να είναι σκοτεινή η φωτιά της κολάσεως, να μην καίει δε το φως της αναπαύσεως.
«Φωνή Κυρίου συσσείοντος έρημον».
Ο Κύριος προκαλεί τον ισχυρό σεισμό της ερήμου για το καλό αυτής, ώστε να μεταβληθεί, και από έρημος που είναι να γίνει γη κατοικήσιμη και αφού αποβάλει το όνειδος της ατεκνίας, να λάβει τον έπαινο της πολυτεκνίας (διότι «πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα» (Ησ. 54, 1. Γαλ. 4, 27), και αφού γεμίσει με τα πνευματικά ύδατα, να μεταβληθεί η πριν έρημος σε λίμνες υδάτων.
«Καὶ συσσείσει Κύριος τὴν ἔρημον Κάδης».
Δεν σείει ο Κύριος κάθε έρημο, αλλά την έρημο Κάδης, δηλαδή, τον αγιασμό διότι Κάδης ερμηνεύεται αγιασμός.
«Φωνή Κυρίου καταρτιζομένη ἐλάφους».
Κατά τον ίδιο τρόπο με τον προηγούμενο πρέπει να εξηγήσουμε και τα περί του καταρτισμού των ελάφων, τον οποίο ενεργεί η φωνή του Κυρίου. Επειδή λοιπόν η έλαφος έχει τέτοια κατασκευή, ώστε να μη βλάπτεται από τα ερπετά, αλλά και καθώς λένε αυτοί που ασχολούνται με αυτά* η έχιδνα είναι γι’ αυτήν τροφή καθαρτήρια, όλα δε τα φαρμακερά χρησιμοποιούνται ως εικόνα των πονηρών και αντικειμένων δυνάμεων.
* «Λέγουσι φυσικοὶ ἄνδρες τὴν ἔλαφον καθάρσεως δεομένην σέσελιν ἐσθίειν, φαλαγγίων δὲ κνήσμασιν ἐχομένην καρκίνους». Αιλιανού, Ποικ. Ιστ. 13, 35.
(Διότι λέει ο Κύριος· «Δέδωκα ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν πατεῖν ἐπάνω ὄφεων, καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ» (Λουκ. 10, 19). Και άλλος ψαλμός πάλι υπόσχεται στον προφήτη, ότι «Ἐπὶ ἀσπίδα καὶ βασιλίσκον ἐπιβήσῃ» [Ψαλ. 90, 13]). Είναι ανάγκη λοιπόν, όταν ακούμε το όνομα έλαφος στην Γραφή, να στρέφουμε τον λόγο προς την ωφέλιμη εικόνα. Διότι «ὄρη τά ύψηλὰ τοῖς ἐλάφοις» (Ψαλ. 103, 18), και, «ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων» (Ψαλ. 41, 2).
Επειδή βέβαια και κάθε δίκαιος κατοικεί στα υψηλά, «κατά σκοπὸν διώκων ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως» (Φιλ. 3, 14) και τρέχει σε πηγές με πόσιμο ύδωρ, αναζητώντας να μάθει τις πρώτες αρχάς της θεολογίας. Τραβά δε η έλαφος με την αναπνοή του στόματος της τα φαρμακερά ζώα από τις φωλιές και τα βγάζει από τις κρύπτες με την δύναμη του φυσήματος.
Όπως λοιπόν ο άγιος λέγεται αετός, διότι πετά σε ύψη και υψώνεται αρκετά από την γη, και πρόβατο, διότι είναι ήμερο και μεταδίδει εκείνα που έχει, και κριός, διότι είναι ηγεμονικός, και περιστερά, διότι είναι άκακος, έτσι ονομάζεται και έλαφος, διότι εναντιώνεται προς τα πονηρά. Γι’ αυτό και ο Σολομών λέει· «Έλαφος φιλίας καὶ πῶλος σῶν χαρίτων ὁμιλείτω σοι» (Παροιμ. 5, 19)· μας διδάσκει δε ότι αυτές οι έλαφοι περί των οποίων έγινε λόγος είναι κατάλληλες να διδάξουν την θεολογία.
7. «Φωνή Κυρίου καταρτιζομένη ἐλάφους».
Όταν λοιπόν δούμε κάποιον άνθρωπο του Θεού να είναι τέλειος και καταρτισμένος, επιδιώκουμε να ωφεληθούμε από την ομιλία του. Διότι, όπου είναι παρούσα η έλαφος, φεύγει από εκεί κάθε κακία των ερπετών. Δεν αντέχουν τα φαρμακερά ζώα την μυρωδιά του ζώου, και υποχωρούν όπου αισθανθούν τον καπνό από τα καμένα κέρατα τους.
«Καὶ ἀποκαλύψει δρυμούς».
Πρώτον η φωνή του Κυρίου καταρτίζει τις ελάφους· έπειτα ξεσκεπάζει τους δρυμούς, τόπους κατάφυτους και πυκνούς από άγρια και άκαρπη βλάστηση, στους οποίους συνηθίζουν να καταφεύγουν τα φαρμακερά ζώα. Όταν λοιπόν ήδη έχει γίνει τελεία η έλαφος με τον καταρτισμό του Κυρίου, ο δίκαιος που μοιάζει με αυτήν ξεγυμνώνει τους δρυμούς, ώστε να παραδοθούν γυμνοί και άοπλοι εκείνοι που καταστρέφουν την ζωή μας.
Και επειδή «πᾶν ξύλον μή ποιοῦν καρπόν καλόν, ἐκκόπτεται ὑπό τῆς ἀξίνης, καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 3, 10) αναγκαία και οι δρυμοί ξεκαθαρίζονται, δηλαδή οι λασπώδεις ψυχές, στις οποίες, σαν θηρία, φωλιάζουν τα διάφορα πάθη των αμαρτιών, από τον λόγο, ο οποίος είναι «τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον» (Εβρ. 4, 12).
Επειδή δε πολλοί από τους ανθρώπους είναι φορτωμένοι με βιωτικές φροντίδες και έχουν τις ψυχές τους σαν μια γη που παράγει αγκάθια, και δεν τις αφήνουν να τραφούν με τον λόγο που καρποφορεί, ο Κύριος ξεσκεπάζει τους δρυμούς, δηλαδή, το άσχημο και απρεπές και βλαβερό των φροντίδων της ζωής αυτής, ώστε, αφού φανεί καθαρά ο τόπος του καλού και του κακού, να μη έχουν οι άνθρωποι εξ αιτίας της αμάθειας τους αλλοιωμένες τις κρίσεις περί των πραγμάτων.
Διότι πολλοί τα μεν αγαθά, όταν είναι δύσκολα, τα θεωρούν κακά, τα δε κακά, επειδή παρέχουν σ’ αυτούς ευχαρίστηση, τα επιδιώκουν ως αγαθά· και είναι ανέκφραστη η πλάνη των ανθρώπων περί των τέτοιων πραγμάτων. Υπάρχουν λοιπόν δένδρα με αγαθή φύση, καρποφόρα και όλοι οι κέδροι· αυτά παραλαμβάνονται στον αίνο* (Ψαλ. 148)· υπάρχουν δε και οι δρυμοί των κακών, τους οποίους ξεσκεπάζει και φανερώνει η φωνή του Θεού για να μη ξεγελασθούν όσοι νομίζουν ότι θα βρουν κάποιον χρήσιμο καρπό σ’ αυτούς.
* Ολόκληρο τον ψαλμό ο Μέγας Βασίλειος τον ονομάζει αίνο που αναπέμπουν όλα τα δημιουργήματα στον Θεό.
«Καὶ ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ πᾶς τις λέγει δόξαν».
Ας ακούσουν τα λόγια του ψαλμού και ας ντραπούν εκείνοι που ασχολούνται με μακρούς λόγους*. Τι λέει ο ψαλμός; Εκείνος που βρίσκεται στον ναό του Θεού, δεν κακολογεί, δεν ματαιολογεί, δεν βγάζει λόγια γεμάτα από αισχρά πράγματα, αλλά στον ναό αυτού ο καθένας λέει δοξολογία. Παρίστανται οι άγιοι άγγελοι, οι οποίοι καταγράφουν τα λόγια· είναι παρών ο Κύριος και εξετάζει τις διαθέσεις των εισερχομένων.
* Μακρούς και διεξοδικούς λόγους, εννοεί αυτό που λέει ο Κύριος στην επί του όρους ομιλία, βαττολογία και πολυλογία (Ματθ. 6, 7).
Η προσευχή του καθενός είναι φανερή στον Θεό· ποιος με ειλικρινή διάθεση, ποιος με πόθο ζητεί να γνωρίσει τα επουράνια· ποιος με πλαστή αφοσίωση προφέρει λόγια μόνο με τα άκρα των χειλιών του, η δε καρδιά του βρίσκεται μακριά από τον Θεό. Και αν προσεύχεται ζητάει υγεία σάρκας και σωματικό πλούτο και ανθρώπινη δόξα. Και όμως ο λόγος μας διδάσκει, να μη ζητάμε τίποτε από αυτά, αλλά στον ναό αυτού ο καθένας να λέει δοξολογία.
«Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ» (Ψαλ. 18, 2). Έργο των αγγέλων είναι να δοξολογούν τον Θεό. Όλη η επουράνια στρατιά ένα έργο έχει, αυτό· να δοξολογεί τον κτίστη. Όλη η κτίση, η βουβή και η ομιλούσα, η υπερκόσμια και η επίγεια δοξάζει τον κτίστη.
Ελεεινοί δε άνθρωποι, ενώ άφησαν τις οικίες τους και έτρεξαν στον ναό για να ωφελήσουν σε κάτι τους εαυτούς τους, δεν τεντώνουν τα αυτιά τους στα λόγια του Θεού, δεν συναισθάνονται την φύση τους, δεν λυπούνται, διότι συνελήφθησαν από την αμαρτία· δεν στενοχωρούνται, όταν ενθυμούνται τις αμαρτίες τους· δεν τρέμουν την κρίση· αλλά χαμογελούν, κάνουν χειραψίες μεταξύ τους, και μετατρέπουν τον οίκο της προσευχής σε τόπο μακρολογίας, και έτσι γίνονται παραβάτες του ψαλμού που διαμαρτύρεται και λέει, ότι «ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ πᾶς τις λέγει δόξαν».
Συ δε όχι μόνο δεν δοξολογείς, αλλά γίνεσαι εμπόδιο στον άλλον, με το να στρέφεις την προσοχή του προς τον εαυτό σου, και με τον δικό σου θόρυβο καλύπτεις την διδασκαλία του Πνεύματος. Πρόσεξε μήπως, όταν απέλθεις, αντί να λάβεις τον μισθό για δοξολογία, καταδικασθείς μαζί μ’ εκείνους που βλασφημούν τον Θεό· ψαλμό έχεις, προφητεία έχεις, ευαγγελικά παραγγέλματα, τα κηρύγματα των αποστόλων. Ας ψάλλει η γλώσσα, και ας ερευνά ο νους το νόημα των όσων λέχθηκαν, ώστε να ψάλλεις και με το πνεύμα σου και με τον νου σου (Α΄ Κορ. 14, 15). Δεν έχει ανάγκη δοξολογίας ο Θεός, αλλά θέλει να είσαι εσύ άξιος για να δοξασθείς.
Διότι «ὃ σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει» (Γαλ. 6, 7). Σπείρε δοξολογία για να θερίσεις στην βασιλεία των ουρανών στεφάνους και τιμές και επαίνους. Αυτά εν παρεκβάσει όχι ανωφελώς λέχθηκαν στο «ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ πᾶς τις λέγει δόξαν», για εκείνους που ακατάπαυστα φλυαρούν και εισέρχονται χωρίς να ωφελούνται· μακάρι δε μόνο να μη ωφελούνταν και όχι να βλάπτονταν.
8. «Κύριος τὸν κατακλυσμὸν κατοικιεῖ».
Κατακλυσμός είναι πλημμύρα ύδατος που εξαφανίζει κάθε τι που είναι στην διάθεση του και καθαρίζει όλη την προηγούμενη βρωμιά. Την χάρη λοιπόν του βαπτίσματος την ονομάζει κατακλυσμό, ώστε η ψυχή που απέπλυνε τα αμαρτήματα της και καθάρισε τελείως τον παλαιό άνθρωπο, να είναι κατάλληλη να γίνει κατοικητήριο του Θεού εν Πνεύματι.
Συμφωνούν δε με αυτό και αυτά που λέγονται στον τριακοστό πρώτο ψαλμό. Διότι, αφού είπε ότι «Τὴν ἀνομίαν μου ἐγνώρισα, καὶ τὴν ἀμαρτίαν μου οὐκ ἐκάλυψα» και το ότι «Ὑπὲρ αὐτῆς προσεύξεται πρὸς σὲ πᾶς ὅσιος», πρόσθεσε «Πλὴν ἐν κατακλυσμῷ ὑδάτων πολλῶν πρὸς αὐτὸν οὐκ ἐγγιοῦσι» (Ψαλ. 31, 5· 6).
Διότι δεν θα αγγίξουν οι αμαρτίες αυτόν που έλαβε το βάπτισμα της αφέσεως των αμαρτιών, δια του ύδατος και του Πνεύματος. Σχετικό με αυτό βρίσκεται και στην προφητεία του Μιχαία· «Ότι θελητὴς ἐλέους ἐστίν, ἐπιστρέψει καὶ ἐλεήσει ἡμᾶς, καταδύσει τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, καὶ ἀπορριφήσονται εἰς τά βάθη τῆς θαλάσσης» (Μιχ. 7, 18-19).
«Καὶ καθιεῖται Κύριος βασιλεὺς εἰς τὸν αἰῶνα».
Όταν ο Θεός κατοικήσει στην ψυχή που λάμπει μετά τον κατακλυσμό, την κάνει με κάποιον τρόπο θρόνο του.
«Κύριος ἰσχὺν τῷ λαῷ αὐτοῦ δώσει, Κύριος εὐλογήσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ».
Ο Κύριος θα αφαιρέσει από τον αμαρτωλό λαό δυνατό άνδρα και δυνατή γυναίκα (Ησ. 3, 1), σ’ εκείνον δε που πράττει το δίκαιο θα δώσει δύναμη. Διότι «τῷ ἔχοντι παντί δοθήσεται» (Ματθ. 25, 29). Αφού δε σταθεροποιηθεί στο να πράττει τα καλά έργα, γίνεται άξιος της ευλογίας του Θεού. Φαίνεται δε ότι η τελειότερη από τις ευλογίες του Θεού είναι η ειρήνη, η οποία είναι μία σταθερότητα του νου· ώστε ο ειρηνικός άνδρας έχει ως χαρακτηριστικό την σεμνότητα των ηθών.
Εκείνος όμως που πολεμείται από τα πάθη του, δεν έχει λάβει ακόμη την ειρήνη του Θεού, την οποία ο Κύριος έδωσε στους μαθητές του, η οποία «υπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φιλ. 4, 7) θα φρουρήσει τις ψυχές των αξίων. Αυτήν εύχεται και ο απόστολος στις Εκκλησίες, λέγοντας· «Χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη πληθυνθείη» (Α΄ Πετρ. 1, 2).
Είθε λοιπόν, αφού αγωνισθούμε καλώς και συντρίψουμε το φρόνημα της σάρκας, το οποίο είναι «ἔχθρα εἰς Θεόν» (Ρωμ. 8, 6), αφού φθάσει η ψυχή μας σε κατάσταση γαλήνης και αταραξίας, να ονομασθούμε παιδιά ειρήνης (Λουκ. 10, 6) και να λάβουμε την ευλογία του Θεού εν ειρήνη, εν ονόματι του Χριστού Ιησού του Κυρίου μας, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος και τώρα και πάντοτε και στους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
(ΕΠΕ), Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας
Βασιλείου Καισαρείας του Μεγάλου. Άπαντα τα έργα.
5. Ομιλίαι εις Ψαλμούς.
εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλλονίκη 1974.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου