ΑΡΧΙΚΗ

Το θέατρο είχε σταθεί ως ένας από τους τόπους μαρτυρίου των πρώτων Χριστιανών

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΧΟΛΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ 

 Μάθημα 5ο

ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ

Βυζάντινο Θέατρο



Πρόλογος

Ως Μεσαίωνας ορίζεται η χρονική περίοδος της Ευρωπαϊκής ιστορίας, από τον 5ο μέχρι το 15ο αιώνα μ.Χ.. Ξεκίνησε με την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους(476 μ.Χ.) ή κατ' άλλους με το θάνατο του Ιουστινιανού Α΄(565 μ.Χ.) , του αυτοκράτορα υπό τον οποίο αναβίωσε η παλαιά ισχύς και έκταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τελείωσε συμβατικά το 1492 μ.Χ., με την ανακάλυψη της Αμερικής. (476 μ.Χ. – 1492). Ο Μεσαίωνας είναι η μεσαία από τις τρεις παραδοσιακές διαιρέσεις της Δυτικής Ιστορίας: Αρχαία, Μεσαιωνική και Νεότερη. Ο Μεσαίωνας με τη σειρά του παραδοσιακά διαιρείται σε τρεις υποπεριόδους, τον Πρώιμο, τον Ώριμο ή Μέσο, και τον Ύστερο Μεσαίωνα.

 

Θέατρο στο Μεσαίωνα

Ο Μεσαίωνας θεωρείται η εποχή της ευρωπαϊκής ιστορίας κατά την οποία το θέατρο ακρωτηριάζεται από την καθολική όσο και από την ορθόδοξη εκκλησία. Παραδόξως, όμως,

είναι και η εποχή όπου το θέατρο επαναπροσδιορίζει και καλλιεργεί τις βάσεις του για τη

δημιουργία στην περίοδο της αναγέννησης του νεότερου θεάτρου.

Έλλειψη ιστορικών στοιχειων

Η ανίχνευση ‘’βυζαντινού θεάτρου’’ είναι δυσχερής για τους εξής λόγους:

Α)Η απουσία κειμένων. Το βυζαντινό ‘’μιμοθέατρο’’ ως κατεξοχήν αυτοσχεδιαστικό και στηριζόμενο στην έμπνευση της στιγμής δεν είχε γραπτά κείμενα. Μόνο από τη Συρία σώζεται ένα απόσπασμα από τον 5ο ή 6ο αι. μ.Χ. Τα επιγραφικά τεκμήρια σχετικά με τους Διονυσιακούς τεχνίτες είναι αψευδείς μάρτυρες της έκλειψης των επαγγελμάτων του θεάτρου: αν για την κλασική αρχαιότητα έχουμε 3000 αναφορές από επιγραφές, για τον 3ο αι. μ.Χ έχουμε 200, για τον 4ο έως 6ο αι. μ.Χ. μόνο 23.

Β)Η μεταβολή της θεατρικής ορολογίας προς την κατεύθυνση της «αποθεατρικοποίησης της θεατρικής ορολογίας».: π.χ, ‘’θέατρο’’ δηλώνει τον ‘’Ιππόδρομο’’ και κάθε είδους θέαμα. ‘’Σκηνή’’ όχι πια τον χώρο όπου έπαιζαν οι ηθοποιοί αλλά και εκεί όπου κάθονταν οι θεατές ή ακόμα κι εκεί όπου τοποθετούνταν το προϊόντα. Επίσης ο όρος ‘’σκηνή’’ με την οικοδομική του σημασία,με τη σημασία των πράξεων επί σκηνής μεταφορικώς και θεολογικώς (αιρετική διδασκαλία) . Ό όρος ‘’δράμα’’στον Φώτιο δηλώνει το ελληνιστικό μυθιστόρημα γενικά και στον Ευστάθιο Μακρεμβολίτη δηλώνει το λογοτεχνικό είδος του μυθιστορήματος . ‘’Δράμα’’ ,’’δραμάτιον’’ προσδιορίζονται τα φανταστικά και επινοημένα γεγονότα. Υπόκρισις και υποκριτής δηλώνει των επαγγελματία ηθοποιό αλλά και η βέβηλη προσποιητή συμπεριφορά. Ο όρος τραγωδία : δραματικό έργο, θεατρική παράσταση, ιστορία, διήγηση ιστορίας, δολοπλοκία, μηχανορραφία, σκευωρία, αιρετική διδασκαλία, βασανιστήριο, συμφορά, οδύνη. Επίσης και ως τραγούδι . Κωμωδία και κωμικός : δραματικό έργο, την παράσταση, τη σάτιρα.

Γ)Η μεροληπτικότητα των πηγών, κυρίως πολεμικών για το θέατρο. (π.χ.περιγραφή συμποσίων στη Μ. Ασία από Μ. Βασίλειο )

Παραστατικά δρώμενα του παγανιστικού και ειδωλολατρικού εορτολογίου (π.χ. μεταμφιέσεις με ρούχα του άλλου φύλου-Ρωμαϊκά Σατουρνάλια, Βρουμάλια, εορτή Καλανδών, βυζαντινή διαπόμπευση) δεν έχουν έκδηλη σχέση με το θέατρο.

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΦΑΝΙΖΕΤΑΙ

Α) ο ‘’Ανθελληνισμός’’ της Εκκλησίας: το θέατρο ως μια από τις πιο ‘’μαγνητικές’’ εκφράσεις του Ελληνισμού, ταυτίστηκε με τους ‘’μιαρούς’’ Έλληνες. Η θεματολογία της και οι ήρωές της βασίζονταν από την αρχαία ελληνική θρησκεία και μυθολογία.



Β)Η απαγόρευση της μίμησης, άρα και του Δράματος από τις παλαιοανατολικές θρησκείες που κληρονόμησε ο Χριστιανισμός: Στη Βίβλο υπάρχει ρητή απαγόρευση της παρενδυσίας από άνδρες (Δευτερονόμιο ΚΒ’ , 5), βασικό συστατικό το θεατρικού ρόλου, επίσης και η καταδίκη της υποκριτικής συμπεριφοράς η οποία στηρίζεται στο αναπαριστώμενο ψεύδος-βασική θεατρική σύμβαση. Επίσης απαγόρευση της μιμήσεως στον Δεκάλογο.



Γ)Το θέατρο είχε σταθεί ως ένας από τους τόπους μαρτυρίου των πρώτων Χριστιανών κατά του διωγμούς από τους ‘’εθνικούς’’. Ο Νέρωνας μάλιστα δραματοποίησε το μαρτυρικό τέλος των Χριστιανών το βράδυ της 1ης Αυγούστου του 64 μ.Χ. βάζοντας Χριστιανούς να υποδυθούν ‘’φυσικά’’ ήρωες ελληνικών μύθων που βρήκαν τραγικό τέλος.



Δ)Η παρώδηση των χριστιανικών μυστηρίων και χριστιανικών μαρτυρίων εκ μέρους των εθνικών θιάσων. Κάτι που συνεχίστηκε και μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, όπως ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αναφέρει σε ομιλίες του. Για την Εκκλησία το Θέατρο είχε χρησιμοποιηθεί ως βήμα σάτιρας ακόμα και στις διαμάχες των χριστιανών μεταξύ τους (μεταξύ των αιρέσεων -4ος αι. και εικονομαχία -8ος -9ος αι.)



Ε)Η σύνδεση θεατρικών κτισμάτων με ιερά θεοτήτων όπου οι θεατρικές παραστάσεις ήταν μέρος της πολυθεϊστικής λατρείας



ΣΤ) Στον Χριστιανικό κόσμο, επίσης ,ήταν σχεδόν αδύνατον να γραφτεί ή να αναβιωθεί τραγωδία «εφόσον το έλεος και η χάρις του Θεού βρισκόταν στον αντίποδα της μοίρας και της ειμαρμένης των αρχαίων».

Οι ιεροί κανόνες της Εκκλησίας για το θέατρο και τους ηθοποιούς

Γενικά οι εκκλησιαστικοί κανόνες απορρίπτουν τις θεατρικές εκδηλώσεις αλλά δέχονται τους ηθοποιούς αν όμως προηγουμένως αλλάξουν επάγγελμα. Πιο αναλυτικά, επιβάλλεται το επιτίμιο της αποχής από τη θεία μετάληψη στους παντόμιμους , η ποινή του αφορισμού σε βάρος των μονομάχων και ηνιόχων , ενώ οι Αποστολικές Διαταγές καταδικάζουν τη συντεχνία του θεάματος. Η Σύνοδος της Λαοδίκειας (360 μ.Χ) δεν επιτρέπει την παρουσία κληρικών σε γλέντια γάμων και σε δείπνα και τη συμμετοχή τους σε αυτά με το παίξιμο μουσικών οργάνων και με τον χορό. Στη Σύνοδο της Καρθαγένης (περί το 418) ορίζεται τα παιδιά των κληρικών να μην συμμετέχουν σε ‘’θεώρια’’ , σε εκδηλώσεις θεαματικού χαρακτήρα και μεταμφιεσμένοι. Παράλληλα υπάρχει η πρόβλεψη να προφυλάσσονται πρώην ηθοποιοί από ενδεχόμενες πιέσεις για να επιστρέψουν στην παλιά τους καλλιτεχνική ενασχόληση. Τέλος η Πενθέκτη Σύνοδος (691 μ.Χ) οριστικοποιεί την αποχή κληρικών και μοναχών από το θέατρο, τον ιππόδρομο και τα μετά τον γάμο γλέντια. Επίσης απαγορεύει ρητά τη χρήση προσωπίδων και μεταμφιέσεων.

Και στους νεώτερους χρόνους εκφράστηκαν ανάλογες απόψεις σχετικά με την απαγόρευση συμμετοχής εκπροσώπων του κλήρου σε κοσμικές θεατρικές εκδηλώσεις.

Η εναντίωση των πατέρων της Εκκλησίας έναντι των θεαματικών εκδηλώσεων, αφορμάται από τη θεματική του μιμοθεάτρου (έρωτες, μοιχείες) και το ρεαλισμό της υποκριτικής των ηθοποιών του . Όλα αυτά διήγειραν τα πάθη των θεατών , συνεπαγόταν την απώλεια χρόνου, την πρόκληση ενδοοικογενειακών προβλημάτων και τη σπατάλη χρημάτων. Αλλά και λεπτομερείς θεολογικές αιτίες υπαγόρευαν την πολεμική, όπως ότι κάθε μεταμόρφωση αποτελεί μια ιεροσυλία της καθ’ομοίωσιν Θεού ύπαρξης του ανθρώπου, που αποτελεί μια ανίερη επέμβαση στην ίδια την δημιουργία.

ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Οι ιερείς-πρωταγωνιστές λειτουργούν εμπρός από το Ιερό όπως οι αρχαίοι υποκριτές στο προσκήνιο /λογείον . Μαζί τους και οι διάκοι-δευτεραγωνιστές και τα λοιπά βουβά πρόσωπα, (παπαδοπαίδια) ηθοποιοί κυριολεκτικά –ηθοπλάστες. Τα δύο αρχαία ημιχόρια συνδέονται με τους δυο χορούς των ψαλτών (δεξιό και αριστερό).

Ιδιαίτερα θεατρικό (θεαματικό) χαρακτήρα έχει η τελετή της εξόδου του Σταυρού την Μ. Πέμπτη, και ύστερα της Αποκαθύλωσης την Μ. Παρασκευή. Όσον αφορά τη σχέση Θείας Λειτουργίας και τη μορφολογική επίδρασή που έχει δεχθεί στη δομή της από την αρχαία τραγωδία, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Καλοκύρη, βρίσκουμε τα ποιοτικά στοιχεία της τραγωδίας , τα καθορισμένα από τον Αριστοτέλη στην Ποιητική του, δηλαδή, ‘’θέση’’,’’λύση’’, ‘’διάνοια’’, ‘’μέλος’’, ‘’όψη’’.

Το Βυζαντινό μιμοθέατρο

Το μιμοθέατρο είναι το μοναδικό θεατρικό είδος που κληρονομήθηκε από την ύστερη αρχαιότητα στο Βυζάντιο Ο παντόμιμος ήταν ένας βουβός ορχηστής με προσωπίδα που την άλλαζε στην παράσταση, χόρευε ένα θέμα και συνοδευόταν από μια χορωδία που τραγουδούσε με μουσική υπόκριση ένα τραγούδι που εξηγούσε το περιεχόμενο του παντομιμικού χορού. Τα είδη του βυζαντινού μιμοθεάτρου διακρίνονται σε:

Α)ο βιολογικός ή ηθολογικός Μίμος: διακωμωδεί ήθη και σκηνές υποδυόμενος διάφορα πρόσωπα-τύπους διαφόρων ηλικιών, τάξεως και επαγγέλματος από τον αγροτικό και αστικό χώρο.

Β)ο μυθολογικός Μίμος: παρωδεί αρχαίους μύθους για θεούς και ήρωες.

Γ)ο παντόμιμος: ένας ορχηστής με πολλά προσωπεία, υποδύεται όλα τα πρόσωπα του έργου.

Δ)ο Χριστολογικός Μίμος: παρώδηση της χριστιανικής θρησκείας και των μυστηρίων της (βάπτιση), αλλά και του χριστιανικού μαρτυρίου.

Επίλογος

Η χριστιανική διδασκαλία δεν ήταν δυνατό να συμβιβαστεί με το εθνικό πνεύμα της αρχαίας φιλολογίας. Πάμπολλες ήταν οι επιθέσεις της χριστιανικής θρησκείας για οτιδήποτε σχετίζεται με την «ειδωλολατρική» αρχαιότητα, ξεκινώντας με τους αφορισμούς του Τερτιλιανού το 2ο μ.Χ. αιώνα και με κορύφωση από το Χρυσόστομο, με το γνωστό «Ερρέτω η σκηνή! Μακάριοι οι αγνοούντες το θέατρον βάρβαροι», ως τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο και το Θεοδοσιανό Κώδικα του 438 μ.Χ., που απαγορεύει σε έναν ηθοποιό να είναι χριστιανός. Μόνο έργα προσκολλημένα στο γράμμα του Ευαγγελίου είναι αποδεκτά με το πέρασμα των χρόνων, όπως διασκευές ευαγγελικών περικοπών από τη ζωή του Χριστού, όπου κατά κανόνα χρησιμοποιείται ο αυθεντικός διάλογος. Φωτεινή εξαίρεση Ο Χριστός Πάσχων, έργο άγνωστου ποιητή. Ο ελληνισμός της Τουρκοκρατίας συσπειρώνεται γύρω από την ορθόδοξη εκκλησία, που επιβιώνει μετά την πτώση του Βυζαντίου και κρατεί τη συνοχή των υπόδουλων. Οι ελπίδες για απελευθέρωση εναποτίθενται στο θείο και η λατρευτική ζωή δεν αφήνει πολλά περιθώρια για το κοσμικό πνεύμα και, κατ’ επέκτασιν, για το θέατρο. Θεάματα υπάρχουν μόνο όσα προσφέρει η εκκλησία. Και αυτά είναι ό,τι κληρονόμησε η περίοδος από το Βυζάντιο, όπως η τελετή του Νιπτήρα, η αναπαράσταση του Μυστικού Δείπνου κ.ά.





Μάθημα 6ο

Μεσαιωνικό Θέατρο στη Δυση

Σε συνέχεια του Μεσαιωνικού Θεάτρου φέυγουμε από το Βυζάντιο και την Ανατολή και πηγαίνουμε στη Δύση και την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη.

Έκει θα δούμε πολλά κοινά, ειδικά κατά τους πρώτους αίωνες του Μεσαίωνα, με την Ανατολή. Αυτό αποδίδεται στο γεγονός ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, συνέχεια της οποίας αποτελεί η Βυζαντινή, παραμένει για αρκετά χρόνια ενιαία σε Δύση και Ανατολή. Κατά συνέπεια, η αλληλεπίδραση και στενοί δεσμοί για τα δύο άκρα της Αυτοκρατορίας είναι ένας παράγοντας που συνυπολογίζεται στην κοινή θεατρική δραστηριότητα και αντιμετώπιση του θεάτρου. Ένας άλλος, όμως, λόγος και πολύ σημαντικότερος είναι ο σκοταδισμός και η καταδίωξη της πάλιας θρησκείας, του κλασικισμού και οτιδήποτε είχε σχέση με αυτά τα δύο, από την χριστιανική εκκλησίας σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα.

Έτσι και στη Δύση σημαντικότερο στοιχείο θεατρικότητας αποτελεί το Λειτουργικό ή αλλιώς Θρησκευτικό Δράμα στο οποίο αναφερθήκαμε και παραπάνω.

Το Λειτουργικό Δράμα, όπως φανερώνει και το όνομά του, είναι ένα παραθεατρικό είδος, το οποίο γεννάται μέσα στη Θεία Λειτουργία που τέλειται στις εκκλησίες. Η θρησκεία και κατά συνέπεια η έκκλησια οφείλει να αποτελεί την κύρια ενασχόληση, διαφυγή και ασχολία όλων των χριστιανών πολιτών εκείνη την εποχή, απ’ άκρη σ’ άκρη της Μεσογείου, της Ευρώπης και όλων των γύρω κτήσεων.

Συνεπώς η εκκλησία ασκεί μεγάλη επιρροή στο τρόπο ζωής των πολιτών, αλλά ουσιαστικά εξαναγκάζει και εκβιάζει πολλές φορές, με την επιρροή της και στην κρατική νομοθεσία, την προσήλωσή τους σε όποια μορφή ψυχαγώγιας τους επιβάλλει, αλλά και την απομάκρυνσή τους από αυτά που τους αποτρέπει.

Γι’ αυτό και βλέπουμε να θεσμοθετούνται νόμοι κατά των ηθοποιών και των θεατρικών δραστηριοτήτων, τόσο παράλογοι και υποτιμητικοί που καμία σχέση δεν έχουν με την βαθιά εκτίμηση και την υψηλή κοινωνική θέση που κατείχαν αυτοί κατά την κλασική αρχαιότητα. Έτσι το θέατρο και όσοι ασχολούνται με αυτό περιθωριοποιούνται για πολλούς αιώνες κι αυτό οδηγεί στην παρακμή του κατά τους χρόνους αυτούς. Παρ’ όλα αυτά δεν παύει να υπάρχει αλλά παίρνει την μορφή της σάτιρας και του κοινωνικού και πολιτικού σχολιασμού μέσα από την μίμηση καταστάσεων, πολιτικών και κοινωνικών, αλλά και μέσα από την μίμηση στερεότυπων ανθρώπινων μοργών και προκαταλήψεων της εποχής. Τα έργα των μίμων είναι τόσο καυστικά και βωμόλοχα που εκνευρίζουν την εκκλησία ακόμη περισσότερο, παρ’ όλα αυτά δεν εκλίπουν σαν είδος αυλικής ψυχαγωγίας και διασκέδασης για τους βασιλείς και αυτοκράτορες.

Ωστόσο, οι μίμοι της εποχής κινδύνευαν καθημερινά μήπως κάποια από τις παραστάσεις, κάποιος μίμος θίξει τόσο την υπόληψη κάποιου υψηλά κρατικού ιστάμενου ή του ίδιου του αυτοκράτορα που οι συνέπειες θα είναι γι αυτό πολύ σοβαρές. Ακόμα κι αν κάποιο έργο απλά δεν αρέσει, ο μίμος κινδυνεύει με φυλάκιση, βασανισμό ή ακόμη και θανάτωση επειδή δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες της αυλής.

Συνοψίζοντας, η εξέλιξη του θεάτρου στο Μεσαίωνα εμφανίζεται σε διάφορες μορφές:

Ελεγειακή κωμωδία: Η αφομοίωση της αρχαίας τραγωδίας δια μέσου των τραγωδιών

του χριστιανού Λατίνου συγγραφέα Τερέντιου, που ήταν πρότυπο των συγγραφέων του

Μεσαίωνα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της μοναχής Χροσβίτα φον Γκεντερ-

σχάιμ, που το 10ο αιώνα κατά μίμησιν των θεμάτων του Τερέντιου, γράφει διαλογικά

έργα μάλλον για απαγγελία και όχι για παράσταση, με στόχο τόσο τον ηθικοπλαστικό

διδακτισμό όσο και την εκμάθηση λατινικών στις νεαρές μοναχές.


Λειτουργικά δράματα: Η χριστιανική λειτουργία αποκτά διάφορα δραματοποιημένα

επεισόδια ως μέσα εκλαΐκευσης της λειτουργίας. Η εμφάνιση έργων σε διαλογική μορ-

φή, με θέματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη που παίζονταν στις εκκλησίες

από τους ιερείς. Χαρακτηριστικές είναι οι δραματοποιημένες εκδοχές σε διάφορα μέρη,

στην Ευρώπη ήδη από το 10ο αιώνα, της επίσκεψης των γυναικών στον τάφο του Χρι-

στού και της συνάντησής τους με τον Άγγελο (visitatio). Αυτές οι ιερατικές παραστά-

σεις ακολουθούν γραμμική δομή, χαρακτηρίζονται από υψηλό συμβολισμό, εκτελού-

νται στο χώρο της εκκλησίας στα λατινικά με ιεροτελεστικές χειρονομίες, ψαλμούς και

ιερατική αμφίεση. Στη δεξιά πλευρά του ιερέα, όταν ήταν στραμμένος προς το εκκλη-

σίασμα, βρισκόταν ο παράδεισος και στην αριστερή η κόλαση.


Μυστήρια: Αργότερα βγαίνουν από το χώρο της εκκλησίας στο προαύλιο της εκκλησί-

ας, στους δρόμους και στην πλατεία του χωριού, σε κάρα για να μετακινούνται μέσα

στους δρόμους, ακολουθούν τις ομιλούσες γλώσσες, διέπονται από μια κοσμική, ρεαλι-

στική αισθητική, εκτείνονται σε χρόνο 2-3 ημερών και αποτελούν σταδιακά τον κύκλο

των Παθών του Χριστού. Σε αυτά τα θεάματα ερμηνευτές είναι οι απλοί άνθρωποι, και οι

ρόλοι που παίζουν συνήθως σχετίζονται με το επάγγελμά τους. Η συντεχνία των μαστό-

ρων φτιάχνει την κιβωτό, οι χρυσοχόοι θα κάνουν τους Μάγους με τα δώρα, οι νεκροθά-

φτες την Αποκαθήλωση και την Ταφή κ.ο.κ. Για τους τέσσερις αιώνες που ακολούθησαν

αυτά τα θεάματα αποτέλεσαν την κύρια θεατρική έκφραση του μεσαιωνικού κόσμου.

Στις διάφορες χώρες που αναπτύχθηκαν αυτού του είδους τα πολυμετωπικά θεάματα (α-

ξιοποιώντας την εικονογραφία του εκκλησιαστικού διάκοσμου) πήραν ιδιαίτερα ονόμα-

τα, σε μία άναρχη χρονική συνέχεια από τη μία στην άλλη χώρα, μιας και το παραθεατρι-

κό αυτό είδος αναπτύχθηκε τυχαία και δομικά και όχι συνειδητά και ιστορικά.


Ηθολογίες, φάρσες και θαύματα: Διάδοχοι των θρησκευτικών θεαμάτων στον όψιμο

Μεσαίωνα. Με θέματα κυρίως γύρω από τη διαμάχη του καλού και του κακού για τη

διεκδίκηση της ανθρώπινης ψυχής, όπου στη σκηνή παρουσιάζονται σαν προσωπο-

ποιημένες αφηρημένες έννοιες, αρετές και ελαττώματα. Χαρακτηριστική ηθολογία εί-

ναι το αγγλικό έργο Everyman (Ο καθένας) που παρουσιάζει τη ανθρώπινη πορεία

προς το θάνατο και την προσπάθειά του να βρει συμπαραστάτες.


Ο Μίμος / Το μιμοθέατρο: θεατρικό είδοςπου ξεκινάει από τα αρχαία χρόνια και αντρώ-

νεται στα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίαςεπιζεί στα κοσμικά θεάματα τόσο στο Βυζά-

ντιο όσο και στη χριστιανική Δύση τα χρόνια του Μεσαίωνα. Το θέαμα αυτό, που παιζόταν

στους δρόμους και σατίριζε ποικιλοτρόπως την πολιτική και θρησκευτική ζωή, θεωρήθηκε α-

σεβές, ενώ οι μίμοι και οι μιμάδες (όπως ήταν και η αυτοκράτειρα του Βυζαντίου Θεοδώρα),

πορνοβοσκοί και πόρνες. Ενίοτε υποστηρίχτηκαν από την πολιτική ηγεσία. Στη Δύση οι μί-

μοι απορροφήθηκαν από τις χριστιανικές...διασκεδάσεις, ενώ πολλές φορές τους συνα-

ντάμε ενσωματωμένους μέσα στα θρησκευτικά μυστήρια, παίζοντας ταπεινούς πληβείους και

διαβόλους. Η τεχνική τους κατάρτιση, οι ποικίλες τους δεξιότητες και οι οικονομικές τους

απολαβές από τις δημόσιες εμφανίσεις τους συντήρησαν την επαγγελματική υφή του θεα-

τρικού «ερμηνευτή» επαναπροσδιορίζονταςέστω και μετά από αιώνες, τον επαγγελματικό χαρακτήρα του θεάτρου.

Τα πρώτα ελληνικά θέατρα, όπως άλλωστε και το ίδιο το δράμα, συνδέονται με τη λατρεία του Διονύσου

 

 

Ο Διόνυσ
ος, θεός του κρασιού, της αμπέλου, του θεάτρου και της έκστασης, τιμόταν στην αρχαιότητα με εντυπωσιακές, «εκστατικές» γιορτές (Διονύσια), οι οποίες περιλάμβαναν οργιαστικές πομπές, θυσίες, άφθονο κρασί και θεατρικούς/μουσικούς αγώνες. Οι κύριες εορτές, όπως τα Μεγάλα Διονύσια και τα Ανθεστήρια, αποτέλεσαν τη βάση για τη γέννηση της τραγωδίας και του διθυράμβου. 
Κύριες Διονυσιακές Εορτές
Οι γιορτές του Διονύσου ήταν πολλές και χωρίζονταν ανάλογα με την εποχή:
  • Κατ' Αγρούς (Μικρά) Διονύσια: Γιορτάζονταν τον Δεκέμβριο (μήνας Ποσειδεών) στην ύπαιθρο, με πομπές (φαλληφόρια) και εορταστικό κλίμα.
  • Λήναια: Τελούνταν τον Ιανουάριο/Φεβρουάριο, με έμφαση στο κρασί και τους δραματικούς αγώνες.
  • Ανθεστήρια: Γιορτή της άνοιξης (Φεβρουάριο/Μάρτιο) που τιμούσε τα λουλούδια και το άνοιγμα των πίθων με το νέο κρασί. Είχε επίσης χθόνιο χαρακτήρα, συνδεδεμένο με τις ψυχές των νεκρών.
  • Μεγάλα Διονύσια (Εν Άστει): Η πιο λαμπρή γιορτή στην Αθήνα (Μάρτιο/Απρίλιο), όπου παρουσιάζονταν νέες τραγωδίες και κωμωδίες στο Θέατρο του Διονύσου. 
Στοιχεία της Λατρείας
  • Σύμβολα: Το κλήμα, ο κισσός, ο θύρσος (ραβδί με κουκουνάρι), ο πάνθηρας και η λεοπάρδαλη.
  • Λατρεία: Χαρακτηριζόταν από ενθουσιασμό, οργιαστικούς χορούς (βακχεία) και τη συνοδεία Μαινάδων (γυναίκες ακόλουθοι) και Σατύρων.
  • Επίδραση: Οι εορτές αυτές, με τις «εκστατικές» ρίζες τους, θεωρούνται πρόδρομοι του σύγχρονου Καρναβαλιού. 

Το θέατρο γεννήθηκε στην Αθήνα

 Στην Αθήνα, η λατρεία του Διονύσου καθιερώθηκε την εποχή του Πεισίστρατου (6ος αιώνας π.Χ.). Από τη γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων ξεπήδησε το αρχαίο δράμα. Ο διθύραμβος, το λατρευτικό τραγούδι του «χορού» του Διονύσου, διαμορφώνεται σε αυτόνομο είδος με τονισμένα τα αφηγηματικά στοιχεία. Στα Μεγάλα Διονύσια του 535/4 π.Χ., ο Θέσπις εισάγει τον πρώτο υποκριτή. Η εισαγωγή του δεύτερου υποκριτή θα γίνει από τον Αισχύλο και του τρίτου από τον Σοφοκλή. Τον 5ο αιώνα η τραγωδία είναι και ένας κοινωνικός θεσμός που η πόλις επιδοτεί με τα «θεωρικά» και τις «χορηγίες». Οι δραματικοί αγώνες στα Μεγάλα Διονύσια παρουσιάζονταν στην ορχήστρα της Αγοράς. Καθώς όμως το χορικό μέρος υποχωρεί προς όφελος του λόγου και της σκηνικής παρουσίας των υποκριτών, εμφανίζονται τα θέατρα με την αμφιθεατρική διάταξη των καθισμάτων, την ορχήστρα και την υπερυψωμένη σκηνή με τις παρόδους και τα παρασκήνια. Από τα πρώτα θέατρα είναι το θέατρο του Διονύσου κάτω από την Ακρόπολη. Από τον «κώμο» και τα φαλλικά της λατρείας του Διονύσου ξεπήδησε και η κωμωδία που, όπως βλέπουμε και στον Αριστοφάνη, έχει κριτικό πολιτικό χαρακτήρα. Στην ελληνιστική εποχή όμως η «νέα κωμωδία», που εκπροσωπεί κυρίως ο Μένανδρος, χάνει τον πολιτικό χαρακτήρα της και μετατρέπεται σε κωμωδία ηθών.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόκριες: Η διονυσιακή λατρεία που επιβιώνει στις μέρες μας

  Πυροβολισμοί, ταμπούρλα να ξεκουφαίνουν, τυμπανοκρουσίες κι ένας κήρυκας να αναγγέλλει τον ερχομό των Αποκριών. Και να καλεί τα πλήθη: «...

Δημοφιλείς αναρτήσεις