ΑΡΧΙΚΗ

Περί προνοίας και ειμαρμένης. (Λόγος Δ΄).

 

ΠΕΡΙ ΕΙΜΑΡΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ


ΛΟΓΟΣ Δ΄

1. «Το να σας λέω τα ίδια σε μένα δεν είναι βαρετό, ενώ σας παρέχει ασφάλεια» (Φιλιπ. 3, 1). Αν ο Παύλος έπρεπε να διδάσκει συνέχεια τους μαθητές του, ο Παύλος που δίδασκε με τη χάρη του Πνεύματος και με το πρόσταγμα του έδιωχνε τους εχθρούς και σήκωνε επάνω του τα παθήματα όλων, ο Παύλος ο τιμημένος, που όλοι τον άκουγαν σαν άγγελο που κατέβηκε από τους ουρανούς, ή καλύτερα που τον άκουγαν σαν να ήταν ο ίδιος ο Χριστός, αν λοιπόν εκείνος ήταν αναγκασμένος να λέει συνεχώς τα ίδια, πολύ περισσότερο είμαστε εμείς οι ανάξιοι για κάθε λόγο. 

 

Γιατί πραγματικά αποτελεί ασφάλεια το να ακούτε πολλές φορές για το ίδιο πράγμα, και όχι μόνο για το ίδιο πράγμα, αλλά και να ακούτε τα ίδια λόγια για το ίδιο πράγμα. Ας μη δυσανασχετεί λοιπόν κανείς, ούτε να νομίζει ότι ενοχλείται από μας, αν συμβαίνει να λέμε για το ίδιο θέμα το ίδια πάλι. Γιατί, κι αν ακόμη μπορούσα να πιστέψω, ότι ακούγοντας τα μια φορά μόνο, θ’ αποβάλλατε το νόσημα της ψυχής, ούτε βέβαια και στην περίπτωση αυτή έπρεπε να σταματήσω, αλλά θα έπρεπε και πάλι να σας μιλήσω επανειλημμένα για το ίδιο θέμα, ώστε να καταστήσω μόνιμη και σταθερή την υγεία σας και σας τους ίδιους δυσκολοκατάβλητους, για να μη περιπέσετε και πάλι στα ίδια έργα. Επειδή όμως υποψιάζομαι, ότι υπάρχουν ακόμη στους ακροατές μερικά λείψανα του κακού, είναι αναγκαία και δικαιολογημένη η συνεχής συμβουλή γι’ αυτά. Σήμερα λοιπόν είναι ανάγκη να σας πω πως θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε απ’ αυτά.

Πώς λοιπόν θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε απ’ αυτά; Πρώτα πρώτα με τις προσευχές και με την επικοινωνία μας με τον Θεό, και δεύτερον με τους ευσεβείς λογισμούς. Αν δηλαδή δεις ποια είναι τα μέλλοντα και ποια είναι τα παρόντα και σχηματίσεις για το καθένα ορθή γνώμη, ποτέ το κακό αυτό δεν θα αγγίξει την ψυχή σου. Όταν λοιπόν δεις κάποιον να πλουτίζει χωρίς να το αξίζει, μη τον μακαρίσεις, μη τον θεωρήσεις αξιοζήλευτο, μη κατηγορήσεις την πρόνοια του Θεού και μη νομίσεις, ότι τα παρόντα κινούνται άσκοπα και τυχαία, επειδή ο τάδε πλουτίζει παρ’ αξία.

Θυμήσου τον Λάζαρο και τον πλούσιο, πως ο πλούσιος έφθασε στην πιο μεγάλη ευπορία και τρυφή, ενώ ήταν ωμός και σκληρός και απάνθρωπος και από τα σκυλιά πιο άγριος, εφόσον εκείνα λυπούνταν τον φτωχό και τον διακονούσαν, μη διστάζοντας να γλύψουν με τη γλώσσα τους τις πληγές που υπήρχαν σ’ όλο το σώμα του, ενώ εκείνος ούτε ψίχουλα του έδινε. Σκέψου λοιπόν πως αυτός είχε φθάσει στην πιο μεγάλη ευπορία, ενώ ο φτωχός εκείνος, ο πραγματικά πλούσιος, ο πραγματικά εύπορος, κατέπεσε στην πιο χειρότερη φτώχεια, στερούμενος ακόμη και την αναγκαία τροφή, και παλεύοντας με την διαρκή αρρώστια και τη φτώχεια του.

Και ο ένας είχε πιο λίγα από τις ανάγκες του, ενώ ο άλλος απολάμβανε περισσότερα και από τα κανονικά. Αλλ’ όμως δεν αγανακτούσε, δεν είπε λόγο ασεβή, δεν κατηγόρησε τον Θεό, δεν μέμφθηκε την πρόνοια του, δεν απέδωσε τα όσα γίνονταν στην ειμαρμένη, δεν είπε σε κανένα, αλλ’ ούτε και στον εαυτό του:

Εγώ, χωρίς να έκανα κανένα κακό ειδικώς, τιμωρούμαι με μια τόση μεγάλη τιμωρία και υπομένω την πιο χειρότερη ταλαιπωρία, λειώνοντας από την πείνα, φθειρόμενος από πάρα πολύ βαριά αρρώστια, και σβήνοντας σιγά σιγά μέσα σ’ αυτήν την αθλιότητα μου. Αυτός αντίθετα πλουτεί και ζει μέσα στις απολαύσεις, τρεφόμενος από τις ξένες συμφορές, αυτός που χλευάζει τη δυστυχία μου. Και τον απάνθρωπο και άσπλαχνο και ωμό και λίθινο τον κατέστησε ο Θεός κύριο τόσων πολλών χρημάτων, ενώ εμένα, που δεν τον εξόργισα ούτε με απλά λόγια, με άφησε να βασανίζομαι από τόσους πόνους. Πώς αυτά είναι άξια της δικαιοκρισίας; πως αυτά είναι δείγματα της πρόνοιας και της κηδεμονίας του Θεού για μας;’’.

2. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είπε εκείνος. Πώς λοιπόν δεν είναι παράλογο, όταν αυτοί που υποφέρουν, έτσι ευλογούν σε όλα τον Κύριο, ενώ συ, που στέκεσαι έξω από τα παλαίσματα, βλασφημείς τον Θεό γι’ αυτά, για τα οποία άλλοι τον ευχαριστούν; Εκείνος που υποφέρει φοβερά, κι αν ακόμη πει κάποιο λόγο σκληρό και πικρό, αν και δεν λαμβάνει τόση συγγνώμη όση κάποιος άλλος, οπωσδήποτε όμως λαμβάνει, έστω και μικρότερη, ενώ εκείνος που στέκεται έξω από τα δεινά και βλάπτει την ψυχή του για ξένα πράγματα, ποιας συγγνώμης θα μπορούσε να κριθεί άξιος, βλασφημώντας τον Θεό γι’ αυτά, για τα οποία εκείνος που υποφέρει τον ευχαριστεί και δεν παύει διαρκώς να τον υμνεί;

Όταν δεις δίκαιο άνθρωπο να υποφέρει, θυμήσου αυτό το παράδειγμα γιατί δεν μπορείς να μου πεις τώρα άλλον δικαιότερο από εκείνον· καθόσον αυτό είναι φανερό από την υπομονή, είναι φανερό από τα έπαθλα. Γιατί έλαχε τον πρώτο τόπο της αναπαύσεως, και τιμάται μαζί με τον πατριάρχη Αβραάμ. Κανείς άλλος δεν υπέστη, ούτε μεγαλύτερα κακά, ούτε περιφρονήθηκε τόσο πολύ. Γιατί τι θα μπορούσες να πεις, όταν δεν μπορούσε ούτε τα ψίχουλα που έπεφταν να γευθεί; Όταν λοιπόν δεις υπερβολική κακία σκέψου αυτό το παράδειγμα.

Γιατί τι θα μπορούσε να είναι σκληρότερο από εκείνον που προσπερνά αδιάφορος έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε τέτοια συμφορά; Κακία να μου πεις που να μην είναι συνυφασμένη με αυτήν. Και τι θα μπορούσε να είναι πιο πλούσιο από την τράπεζα εκείνη και από την υπερβολική πολυτέλεια της ενδυμασίας και της ευπραγίας;

Πάλι όταν δεις άκρα δικαιοσύνη σκέψου αυτό. Γιατί τι θα μπορούσε να είναι θεοφιλέστερο από την ψυχή που υποφέρει από τέτοια κι όμως υπομένει γενναία την υπερβολική ταλαιπωρία; Πραγματικά τι θα μπορούσε να υπάρξει αθλιώτερο από την πείνα και από ένα νόσημα τόσο αθεράπευτο; Πες μου λοιπόν, ποια συγγνώμη θα έχεις, όταν σκανδαλίζεσαι με τα άλλα που συμβαίνουν;

Μήπως τα πράγματα σταματούν σ’ αυτή εδώ τη ζωή; Περίμενε το τέλος, και τότε θα δεις την αμοιβή του καθενός σύμφωνα με την αξία της εδώ ζωής του. Μη θορυβείσαι πριν από τα βραβεία, μη πριν από τα στεφάνια. Όταν λοιπόν δεις και τους δυο να μπαίνουν στο δικαστήριο και να δέχονται την απόφαση αυτού, τότε και συ πες τη γνώμη σου για τον καθένα.

Πόσοι τώρα στήνουν ενέδρες στους δρόμους, πόσοι τρυπούν τοίχους, πόσοι σκάβουν τάφους πεθαμένων, πόσοι επιβουλεύθηκαν ξένους γάμους, πόσοι με δηλητηριώδη φάρμακα οδήγησαν πολλούς στον θάνατο; Άραγε λοιπόν γι’ αυτούς όλους κατηγορούμε τον δικαστή; Καθόλου. Γιατί, αν τους λάβει για να τους δικάσει και τους αφήσει ελεύθερους και τιμωρήσει εκείνον που αδικήθηκε και τιμήσει εκείνον που αδίκησε και αφού τον στεφανώσει τον αφήσει ελεύθερο, τότε πραγματικά είναι άξιος κατηγορίας και υπεύθυνος φοβερών εγκλημάτων. Όταν όμως δεν παραδόθηκαν ακόμη αυτοί σ’ αυτόν ούτε και ο καιρός της κρίσεως έχει φθάσει και ο δικαστής δεν ζητεί ακόμη τις ευθύνες, έρχεσαι και τον καταδικάζεις εκ των προτέρων;

Αλλ’ έπρεπε, λέει, να τιμωρηθεί για τα αμαρτήματα του όσο ακόμη βρισκόταν εδώ. Σκέψου, άνθρωπε, όλη τη δική σου ζωή, ερεύνησε τη συνείδησή σου, και θ’ αλλάξεις γνώμη. Δεν θα επαινέσεις την απόφαση αυτή, αλλά θ’ αποδεχθείς την μακροθυμία του φιλάνθρωπου Θεού. Γιατί, αν επρόκειτο ο καθένας συγχρόνως με τη διάπραξη των αμαρτημάτων του να δικασθεί και να τιμωρηθεί, δεν θα υπήρχε σήμερα το γένος μας αλλά θα είχε εξαφανισθεί προ πολλού.

Γιατί λέει, «ποιος θα καυχηθεί ότι έχει αγνή καρδιά ή ποιος μπορεί να πει με παρρησία ότι είναι καθαρός από αμαρτίες;» (Παροιμ. 20, 9). Αλλ’ όταν δυσανασχετείς για τη μακροθυμία του Θεού σκέψου με ακρίβεια τα αμαρτήματα σου, και τότε θα τον ευχαριστήσεις για την ανοχή του, θαυμάζοντας την ανεξικακία του.

Θορυβείσαι και στεναχωρείσαι και νιώθεις ταραχή για όλα, επειδή ο τάδε πλουτίζει παρ’ αξία και απολαμβάνει την περιποίηση εκ μέρους των πολλών. Μα δεν ακούς τον ψαλμωδό που λέει, «μη φοβάσαι, όταν πλουτίσει άνθρωπος, γιατί όταν θα πεθάνει δεν θα πάρει τίποτε απ’ όλα αυτά, ούτε και η δόξα του θα τον ακολουθήσει μετά το θάνατο του»; (Ψαλμ. 48, 17-18). Δεν ακούς τον προφήτη που φωνάζει δυνατά, «κάθε άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι και κάθε δόξα του ανθρώπου μοιάζει με το άνθος του χόρτου»; (Ησ. 40, 6).

Δεν βλέπεις που επιβεβαιώνει τις κρίσεις των προφητών και αυτή η ίδια η αλήθεια των πραγμάτων; Δεν βλέπεις την πείρα και την έκβαση των πραγμάτων που επιβεβαιώνουν αυτό που έχει λεχθεί, «δεν θα πάρει τίποτε μαζί του μετά τον θάνατό του»; Άκουσε τον Ιώβ που λέει ακριβώς αυτό το ίδιο: «γυμνός βγήκα από την κοιλιά της μητέρας μου, γυμνός και θα φύγω από εδώ», γιατί «δεν θα πάρει τίποτε μαζί του μετά τον θάνατό του» (Ιώβ 1, 21). Άκουσε και τον Παύλο που φιλοσοφεί τα ίδια· «τίποτε δεν φέραμε στον κόσμο· είναι φανερό και ότι δεν μπορούμε τίποτε να πάρουμε μαζί μας» (Α΄ Tιμ. 6, 7)

3. Συ όμως μακαρίζεις άνθρωπο, που δεν μπορεί να πάρει μαζί του από εδώ, για τον άλλον κόσμο, τίποτε από εκείνα που θα πρέπει να παραστούν κοντά του κατά την ημέρα της κρίσεως. Και ποιος άλλος μεγαλύτερος ορισμός αθλιότητας υπάρχει και ταλανισμός, παρά το να ζήσει κανείς μέσα στις απολαύσεις και να φύγει από εδώ ως ο πιο άτιμος από όλους τους ανθρώπους;

Αν συ έβλεπες στην αγορά κάποιον από αυτούς τους πλουσίους και αλαζόνες, που απολαμβάνει μεγάλη τιμή σε ξένη χώρα και έχει παρασίτους και κόλακες, επανερχόμενος όμως στην πατρίδα του να μην του επιτρέπεται να πάρει μαζί του τίποτε απ’ όλα εκείνα, αλλά να επιστρέφει γυμνός και άτιμος και να φαίνεται πιο φτωχός και πιο ελεεινός και από τους ζητιάνους, άραγε θα τον θεωρούσες αξιοζήλευτο και δεν θα τον λυπόσουν πολύ περισσότερο γι’ αυτό και θα το ταλάνιζες; Αυτό κάνε και με τους πλουσίους.

Αλλ’ υπάρχουν μερικοί που, όταν ανακινήσουμε αυτούς τους λόγους της ευσέβειας, προσηλωμένοι στην κοιλία σαν χοίροι και τράγοι και όντας δούλοι των παρόντων πραγμάτων, νομίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτε μετά την αναχώρηση από την εδώ ζωή. Άλλοι πάλι νομίζουν ότι κάτι υπάρχει, προτιμούν όμως τα παρόντα από τα μελλοντικά. Και προς εκείνους που νομίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτε, αλλ’ ότι, αφού σβήσει ή ψυχή μας, δεν πρόκειται να δώσουμε λόγο σε κανένα ούτε και είμαστε υπεύθυνοι για τίποτε, ίσως είναι και γελοίο να τους δώσουμε απάντηση, όπως ακριβώς είναι γελοίο να δίνεις απάντηση προς τους παράφρονες και τους μανιακούς.

Γιατί, ούτε και αν κάποιος αμφέβαλλε κατά τη διάρκεια της ημέρας ότι είναι ημέρα και αμφισβητούσε εκείνα που τα αποδέχονται όλοι, θα ήταν δυνατό να τον πείσεις αυτόν με τα λόγια και να τον κάνεις να δεχθεί την αλήθεια. Πλην όμως, για την αγάπη τη δική σας θα πω και προς εκείνον αυτά που θα μου δώσει ή χάρη του Θεού.

Τι λες, άνθρωπε· νομίζεις ότι δεν υπάρχει τίποτε μετά τη ζωή αυτή; Γιατί είναι ανάγκη να πούμε αυτό. Πώς δηλαδή ο διάβολος εκείνον, που μια φορά εκτράπηκε από την αλήθεια, τον παραδίνει πάντοτε σε ασεβέστερο δόγμα, σε έναν κατά κάποιο τρόπο ορμαθό κακών. Γιατί πρόσεχε. Τους έπεισε να αδιαφορήσουν για τη σωφροσύνη, την επιείκεια, και για την άλλη αρετή, τους κατέστησε φαύλους στη ζωή, και ζώντας έτσι με συνείδηση βαρημένη, θέλησαν να μεταθέσουν σε άλλους την τιμωρία για τα αμαρτήματά τους, ενώ έπρεπε ν’ αποβάλουν την κακία.

Και αυτό βέβαια δεν το έκαναν, αλλ’ έπλασαν δόγμα πονηρό και γεμάτο από άπειρα κακά, το δόγμα της ειμαρμένης. Έπειτα, ελεγχόμενοι για το δόγμα αυτό και αναγκαζόμενοι να ομολογήσουν, ότι τα παρόντα δεν είναι τίποτε, ανατρέπουν το μέλλον, απορρίπτοντας το δόγμα της αναστάσεως των νεκρών. Κι αν πάλι το ελέγξουμε και αυτό, καταφεύγουν σε άλλο δόγμα, δυσσεβώντας και πάλι. Πλην όμως ας εξετάσουμε το δόγμα που συζητάμε.

Δεν υπάρχει, άνθρωπε, τίποτε μετά τη ζωή αυτή και αντιμάχεσαι τα δόγματα αυτά της πίστεως; Τόσες φλυαρίες είπαν οι εθνικοί, κι όμως δεν προέβαλαν αντίσταση προς την αλήθεια του δόγματος αυτού, αλλά, κι αν ακόμη ακολουθήσεις αυτούς, όμως δέχθηκαν και αυτοί κάποια ζωή μετά θάνατον, καθώς και ευθύνες και δικαστήρια στον άδη και τιμωρίες και τιμές και αποφάσεις και κρίσεις. Κι αν ακόμη ρωτήσεις τους Ιουδαίους, ή τους αιρετικούς, ή οποιονδήποτε άνθρωπο, θα ντραπεί την αλήθεια του δόγματος, και αν και διαφέρουν σε άλλα, όμως σ’ αυτό συμφωνούν όλοι και λένε, ότι εκεί υπάρχουν ευθύνες γι’ όσα διαπράχθηκαν εδώ.

Κι όμως δεν θέλεις να πιστέψεις σε κανέναν απ’ αυτούς, αλλά φέρεσαι με αδιαντροπιά, παραδίνοντας μια για πάντα τον εαυτό σου στην πλάνη. Προς αυτούς λοιπόν που είναι ακόμη νηφάλιοι είναι ανάγκη να δώσουμε τις απαντήσεις γι’ αυτά. Γιατί, εκείνος που υποστηρίζει, ότι δεν υπάρχει τίποτε μετά την εδώ ζωή, αυτός κατ’ ανάγκην θα ομολογήσει, ότι δεν υπάρχει ούτε και Θεός. Βλέπεις εκείνο που είπα, ότι δηλαδή πάντοτε τα επόμενα δόγματα είναι πιο φαύλα από τα πρώτα; Γιατί, αν δεν υπάρχει τίποτε εκεί μετά την εδώ ζωή, τότε ούτε Θεός υπάρχει. Αν όμως υπάρχει Θεός, είναι δίκαιος, και αν είναι δίκαιος, απονέμει στον καθένα ανάλογα με την αξία του· αν όμως δεν υπάρχει τίποτε μετά την εδώ ζωή, που θα λάβει ο καθένας αυτό που κατ’ αξίαν του ανήκει;

Πρόσεχε λοιπόν. Πολλοί, όπως και οι ίδιοι ομολόγησαν, ευεργετούνται εδώ και τιμώνται χωρίς να το αξίζουν, ενώ άλλοι, αν και ζουν με δικαιοσύνη, όμως τιμωρούνται. Αν λοιπόν δεν υπάρχει κανένας καιρός μετά την εδώ ζωή, θα φύγουν οι δίκαιοι από εδώ αδικημένοι και οι άδικοι παρ’ αξία ευεργετημένοι. Κι αν αυτός ο καιρός δεν υπάρχει, πως θ’ αποδοθεί το δίκαιο;

Είναι ανάγκη λοιπόν, ή να υπάρχει κάποιος καιρός μετά την εδώ ζωή, κατά τον οποίο θ’ απονεμηθεί στον καθένα αυτό που του αξίζει (γιατί αυτό δεν συμβαίνει στην εδώ ζωή), αν όμως δεν υπάρχει καιρός, πως θα λάβει ο καθένας αυτό που του αξίζει; Κι αν δεν λαμβάνει κανείς αυτό που του αξίζει, τότε, κατά τη γνώμη σου, ούτε και ο Θεός είναι δίκαιος· και αν δεν είναι δίκαιος ο Θεός, ούτε Θεός είναι δυνατό να υπάρχει.

Αλλ’ η βλασφημία αυτή ας γυρίσει και ας πέσει στο κεφάλι εκείνων που μας αναγκάζουν να λέμε αυτά. Βλέπετε σε πόσο μεγάλη βλασφημία έφθασε ο λόγος. Αλλ’ όμως το ότι υπάρχει Θεός το βροντοφωνάζουν τα πράγματα· είναι άρα και δίκαιος, και εφ’ όσον είναι δίκαιος, απονέμει στον καθένα σύμφωνα με την αξία του, και αν απονέμει στον καθένα αυτό που του αξίζει, πρέπει κατ’ ανάγκην να υπάρχει μετά την εδώ ζωή κάποιος καιρός, κατά τον οποίο ο καθένας θα λάβει αυτό που του αξίζει, και θα τιμωρηθεί και θα τιμηθεί για τα κατορθώματα του.

4. Ας ανανήψουμε, αγαπητοί· αγνωσία Θεού έχουν μερικοί· ας ανανήψουμε, ας είμαστε άγρυπνοι. Αμάρτησες, μη προσθέτεις και άλλη αμαρτία· αμάρτησες, ησύχασε· αμάρτησες, μη προσθέσεις και δεύτερη αμαρτία. Αλλ’ εμείς προσθέτουμε και τρίτη και τέταρτη αμαρτία, εισάγοντας τέτοιο φόρτο δογμάτων στις ψυχές μας. Αμάρτησες, αναγνώρισε και γύρισε στον Κύριο, τον ελεήμονα, τον φιλάνθρωπο, τον αγαθό, τον ιατρό, τον επιεική, τον ευδιάλλακτο, τον αποδίδοντα το δίκαιο.

Δεν άκουσες ότι κάποιος που κατέφαγε μύρια τάλαντα και έχασε και διασκόρπισε όλη τη δεσποτική περιουσία και ήταν έτοιμος να πωλήσει και τη γυναίκα και τα παιδιά του, επειδή μόνο έκλαψε, επειδή μόνο άγγιξε τα πόδια του, του χαρίσθηκε όλο εκείνο το χρέος και συγχωρήθηκε; Αν όμως έφθανες να πεις, ότι στη συνέχεια τον παρέδωσε στους βασανιστές (γνωρίζουν καλά τον λόγο εκείνοι που γνωρίζουν την ιστορία), μου αναφέρεις μια άλλη περίπτωση φιλανθρωπίας.

Γιατί και την πρώτη φορά από ευσπλαχνία τον άφησε ελεύθερο, και τη δεύτερη από ευσπλαχνία τον έβαλε στη φυλακή. Όπως τότε το έκανε για να βοηθήσει αυτόν, έτσι και τώρα το έκανε αυτό για να βοηθήσει πάλι εκείνον· αυτόν για να τον κάνει να μην είναι σκληρός ούτε και απάνθρωπος, ενώ εκείνον για να τον απαλλάξει από τη βία και την απανθρωπιά.

Προσέχετε, αγαπητοί. Λέγοντας σας αυτά πολύ σωστά ήρθε στον νου μου η σκέψη, ότι όχι μόνο το να είμαστε πλεονέκτες και να αρπάζουμε, αλλά και το να μην ελεούμε γίνεται αιτία ρίψεως μας στη γέεννα. Καθ’ όσον αυτός παραδόθηκε στους βασανιστές, όχι γιατί έλαβε άδικα τα ξένα, αλλ’ επειδή ζητούσε απάνθρωπα τα δικά του. Γιατί έχει λεχθεί, ότι όφειλε εκείνος. Αλλ’ αν εκείνος όφειλε, και συ όφειλες το ίδιο χρέος και έπρεπε να τηρηθεί το ίδιο μέτρο δικαιοσύνης και για τις δύο περιπτώσεις. Γι’ αυτό σου χάρισε το χρέος, για να σου δείξει τη φιλανθρωπία του, για να σε κάνει ζηλωτή της δικής του δεσποτικής επιείκειας.

 Επειδή όμως, μολονότι ευεργετήθηκες, δεν έγινες καλύτερος, σε διορθώνει με άλλον τρόπο, με τον τρόπο της κολάσεως, με τον τρόπο της τιμωρίας. Ώστε και αυτό είναι ένα είδος ευεργεσίας. Τον παρέδωσε στους βασανιστές, για να εκριζώσει την κακία της ψυχής του, όπως ακριβώς κάνει ο άριστος ιατρός. Δεν υποχώρησε η αρρώστια σου με φάρμακο ελαφρό, σου χρειάζεται πλέον εγχείρηση και καυτηριασμός. Γνώριζε, χαρίζοντας του τα μύρια τάλαντα, ότι είναι σκληρός και απάνθρωπος, περίμενε όμως με την έκβαση των πραγμάτων ν’ απολογηθεί σε σένα, πράγμα που το κάνει σε πολλές περιπτώσεις, γνωρίζοντας ότι το κάνει δίκαια.

Μετά την απολογία του σε σένα κάνει εκείνο που έκανε και στην περίπτωση των Σοδόμων. Δεν άφησε απλώς να πέσει η φωτιά, ούτε ερήμωσε τις πόλεις εκείνες, αλλά τι; Έκανε «ν’ ακουσθεί κραυγή από τα Σόδομα και τα Γόμορρα» (Γεν. 18, 20). Και δεν αρκέσθηκε σ’ αυτό, αλλά λέει, «θα κατεβώ να δω τι συμβαίνει» (Γεν. 18, 21).

Και ούτε εδώ σταμάτησε, αλλά στέλνει τους αγγέλους, δείχνοντας σου έτσι την κακία των κατοίκων της πόλης, ώστε να μη μπορεί κανείς αδιάντροπα να βλασφημεί κατά του Θεού, γιατί έπρεπε αυτούς τους αφιλόξενους, αυτούς τους απάνθρωπους, αυτούς τους παράνομους, αυτούς που παρέβλεπαν τους νόμους της δικαιοσύνης και ανέτρεψαν τους κοινούς νόμους της φύσεως, αυτούς που ήταν γεμάτοι από κακία, έπρεπε να τους αφανίσει.

Τι μπορεί να εξισωθεί με τον τόσο φιλάνθρωπο και εύσπλαχνο Θεό; Αν και βέβαια όταν τιμωρούμε εμείς, πολλές φορές δεν θεωρούμε άξιο να πούμε τις αιτίες της τιμωρίας, αυτός όμως, αν δεν σε διδάξει πρώτα, αν δεν σε πείσει πρώτα και δεν λάβει και τη δική σου ψήφο, ότι δίκαια σε τιμωρεί, δεν τιμωρεί εκείνους που πριν από πολύ καιρό ήταν άξιοι κολάσεως και τιμωρίας, είναι έτοιμος σε πολλές περιπτώσεις και να λογοδοτήσει σε σένα, και δεν διστάζει να κριθεί από σένα και να δικασθεί.

Βλέπεις τους προφήτες να είναι γεμάτοι από τους λόγους αυτούς. Παντού υπάρχουν δικαστήρια του Θεού με τους ανθρώπους και πολλές φορές καλεί να δικάσουν εκείνοι οι ίδιοι που αδίκησαν, πολλές φορές πάλι καλεί και την ίδια τη φύση να εκφέρει απόφαση, δείχνοντας μ’ αυτό τη λαμπρότητα των δικαιωμάτων, και δεν αποφεύγει ο Θεός να καλέσει σε κρίση και τον ίδιο τον αντίδικο, ούτε και τα άψυχα, πράγμα που συνηθίζουμε εμείς να κάνουμε, όταν είμαστε βέβαιοι για το δίκαιο μας.

«Ακούστε φαράγγια, σεις τα θεμέλια της γης, γιατί ο Κύριος θα στήσει δικαστήριο» (Μιχ. 6, 2). Και πάλι «άκου, ουρανέ, και βάλε το καλά στ’ αυτιά σου, γη, γιατί ο Κύριος μίλησε» (Ησ. 1, 2). Αλλά και οι ίδιοι πολλές φορές έλεγαν «Λαέ μου, τι σου έκανα, ή σε τι σε αδίκησα;» (Μιχ. 6, 3). Και ο Ιερεμίας λέει· «ποιο αδίκημα μου βρήκαν οι πατέρες σας σε βάρος τους» (Ιερ. 2, 5).

Και δεν το κάνει αυτό σε πόλεις μόνο και σε έθνη, αλλά πολλές φορές και προς έναν άνθρωπο. Προς τον Δαυίδ κρίνεται με τον προφήτη και προς τον Ιωνά, που αρνούνταν να κηρύξει στους Νινευΐτες, απολογείται με την κολοκυθιά· «αν συ λυπήθηκες για μια κολοκυθιά, εγώ δεν θα δείξω ευσπλαχνία για την Νινευή;» (Ιωνάς 4, 1). Και θα βρεις από πολλά τέτοια παραδείγματα να είναι γεμάτες οι Γραφές.

Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά ας προσκυνούμε αυτόν, ας τον θαυμάζουμε, ας τον λατρεύουμε όσο μπορούμε (γιατί δεν είναι δυνατό να τον λατρεύσουμε όσο του αξίζει). Ας φροντίζουμε για την παρούσα ζωή και ας πιστεύουμε, ότι υπάρχει ο Θεός και ότι η πρόνοια του κυβερνά τα πάντα και μετά από όλα αυτά, αφού φύγουμε από τον κόσμο αυτό, να μπορέσουμε να απολαύσουμε τα επαγγελμένα αγαθά, τα οποία είθε να επιτύχουμε όλοι μας, με τη χάρη του Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


(ΕΠΕ), Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας
Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Άπαντα τα ΕΡΓΑ, 34
εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1988

 

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Περί προνοίας και ειμαρμένης.

ΠΕΡΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΡΜΕΝΗΣ


Λόγος Α΄
Λόγος Β΄
Λόγος Γ΄ 
Λόγος Δ΄

 

 

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Περί μετανοίας. Ομιλίες Α΄-Θ΄.

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

 (ΕΠΕ), Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας
Ιωάννου Χρυσοστόμου.
Άπαντα τα έργα, 30.
Ομιλίες Κατηχητικές – Ηθικές Α΄.
εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1987.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ό άνθρωπος τυραννιέται χάριν ασφαλείας!!Διότι πολλοί πλάνοι εισήλθον εις τον κόσμον...

ΜΗΝ ΣΑΣ ΠΛΑΝΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΕΤΕ ΤΑ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΑ ΚΑΠΟΙΟΙ ΝΙΚΗΔΕΣ ΣΩΤΗΡΗΔΕΣ κ.α... ΔΗΘΕΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΣΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ , ΙΣΑ ΙΣΑ ΧΑΙΡΕΤΑΙ Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ! Αδε...

Δημοφιλείς αναρτήσεις